Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Καποιος μπορει μεσα μου να πιει κρασι.


Καποιος μπορει μεσα μου να πιει κρασι.
Βεβαια πρεπει πρωτα να με ξεσκονισει επανειλημμένος γιατι η αληθεια ειναι οτι ειμαι μεσα στη σκονη. Παντου εχω σκονη
Απο την κορυφη μεχρι τη βαση.

Η αγαπημενη μου θεση μεσα στο σπιτι ειναι να στεκομαι πανω στη βιβλιοθηκη.
Βολευομαι πολυ ανετα εκει πανω και τραβαω την προσοχη. Ολο και καποιος θα πει...
«Οπς! Απο που ειναι αυτο.» και θα σουφρωσει τα ματια για να διαβασει τι γραφει στη ταμπελιτσα μου. Ημουν πολυ ψηλα πανω-πανω στη ξυλινη βιβλιοθηκη.

Τωρα ειμαι σε ενα μικρο συρταρι, μαζι με χαλασμενα γυαλια ηλιου, σελοτειπ , διαφημιστικα για πιτσες, τοκες, αξυστα μολυβια και αλλα αντικειμενα.

Το θυμαμαι με χαρα οταν με κερδισε, αυτος που του αξιζα. Με πηρε εκστασιασμενος και με κουνουσε ψηλα. Υστερα πανω στη βιβλιοθηκη. Θαυμασμος και γυαλισμα μια φορα τη βδομαδα. Αγνα χρονια.
Τωρα ειμαι ενα πλαγιασμενο, αχρειαστο, αδειο απο νοημα κυπελλο.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

Το παρτυ.

Σημερα θα παω σε ενα παρτυ.
Περιμενα πολυ καιρο αυτο το παρτυ και εχω κανει ολων των ειδων τις ετοιμασιες.
Ξερω τι θα πω σε καθε ερωτηση που θα κανουν για μενα. Ξερω ποτε δε πρεπει να μιλησω
και να αφησω τους αλλους να ξεδιπλωνονται. Εχω ετοιμαστει επισης για τις στιγμες της αμηχανιας.
Πως θα βαλω το σωμα μου πανω στην καρεκλα που θα τοποθετησω τα ποδια μου και τα χερια μου.
Ξερω απο ποιον θα ζητησω ποτο και ποτε θα επιβαλεται να το σερβιρω εγω.
Με διαφορα τεχνασματα εχω μαθει ποιος θα ειναι εκει και περιπου πως συμπεριφερεται ο καθενας
ωστε οι προβλεψεις μου να ειναι στατιστικα επιτυχεστερες.
Το μονο που μου μενει πλεον ειναι να με καλεσουν.
Το οποιο μαλλον ειναι απιθανο.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Πως να γραψεις ενα λογοτεχνικο βιβλιο.

Εν αρχη ειναι ο λογος. Ετσι... α πριορι πρεπει να υπαρχει ενας λογος για να γραψεις ενα βιβλιο. Ο λογοι που κανουν καποιον να γραψει ενα λογοτεχνικο βιβλιο δεν ειναι και πολλοι. Συνηθως ειναι η ματαιοδοξια, η κενοδοξια, η δοξα και η επαρση. Επισης η κατ' επιφαση τεχνη που ξεχυλιζει απο μεσα σου και δεν εχεις που να τη βαλεις.

Για να αρχισεις να γραφεις ενα λογοτεχνικο βιβλιο επιβάλλεται να εχεις διαβασει. Να εχεις διαβασει πολυ μαλιστα. Να ξεκοκαλισεις τους κλασσικους να τους κανεις δικους σου. Σκοπος αυτη της κίνησης ειναι οτι υπαρχει μια τεραστια πιθανοτητα να απογοητευτεις με τις διανοιες που εχεις να συναγωνιστεις και να τα παρατησεις. Αν γινει αυτο, μαλλον ειναι οτι πιο σωστο μπορεις να κανεις. Η περιπτωση να εχεις την ικανοτητα να γραψεις ενα καλο λογοτεχνικο βιβλιο ειναι πεντασπανια ετσι ξεροντας οτι θα εισαι κατω του μετριου ειναι δικη σου αποφαση να ξεφτιλιστεις σε ολους, εκτος απο τη γυναικα/αντρα σου και μερικους φιλους που παντα σε υποστηριζουν.

Η δικλιδα σε αυτη την περιπτωση, οπου εισαι η περιπτωση αλλα οι αλλοι δε σε καταλαβαινουν ειναι ακομα πιο σπανια, αρα μην ελπιζεις απλα παρατατα. Αν οντως νιωθεις ξεχωριστος τοτε βαλε ως κριτες σου τους μεγαλους κλασσικους. Συγκρινε τα γραπτα σου μαζι τους και κοιτα που βρισκεσαι.

Αν εχεις αυτα τα δυο στοιχεια. Εχεις διαβασει πολυ, και ξερεις οτι μπορεις να γραψεις καλα, αυτο που απομενει να κανεις ειναι να ζησεις. Πρεπει να ζησεις με παθος και ρισκο. Να σκληραγωγηθεις και να πεσεις χαμηλα στη κολαση. Να ξανασηκωθεις και να ξαναπεσεις. Να κανεις σβουρες στο παραδεισο και να δοκιμασεις οτι μηλο δεις μπροστα σου. Δεν νομιζω να υπαρχει καποιος λογοτεχνικος συγγραφεας ο οποιος να ζουσε χαλαρη ζωη περιμενωντας στο γραφειο του να του ερθει η επιφοίτηση.

Αν ζησεις, το μονο που απομενει ειναι να δημιουργησεις. Την στιγμη της δημιουργειας ο πραγματικος κοσμος χανεται και υπαρχει μεσα σου μονο η ιδεα. Ιδρωνεις μαζι της, καταγινεσαι, κανεις ερωτας και καταδιωκεσαι. Γινεσαι πλουσιος και ζητιανος, γυναικα και αντρας, παππους και παιδι. Γινεσαι ολοι οι χαρακτηρες σου. Βουτας μεσα τους, τους γραπωνεις τη ψυχη και την σφουγγιζεις μεχρι να βγαλει την πεμτουσια που θα βαλεις στα χειλι τους.

Αν τα κανεις ολα αυτα. Περναμε στο λιγοτερο δυσκολο. Στο θεμα. Το θεμα ειναι μια ψευδαισθηση. Ποτε δεν υπαρχει θεμα. Ενα λογοτεχνικο βιβλιο δεν εχει θεμα. Ειναι οπως ακριβως η ζωη απλα για καποιο λογο εσυ που θα γραψεις θες να την αλλαξεις, να γραψεις για μια αλλη ζωη που δεν καταλαβαινω γιατι να το κανεις αυτο.

Καλη επιτυχια.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2007

Tαυρισια χνωτα

Ταυρισια χνωτα πανω σου
Και παρελκομενες βλεφαριδες
γυρω τα ματια μαυρα γυρω σου

πανω στον ταυρο πλαι.

Πιρουνια σφενδονιζονται
στην οψη του σφενδαμου
κι εκει που αναπαυομουνα
κατι αλλο θε να γινει.

Κι αποψε που κοροιδευα
την αποψη του λουπους
αστην ευχη ας ελεγα
να πιασω μια


θλιψη
πιο θλιβερη απο καθε εγκατάλειψη
απο καθε πιρσινκ
και μαλτιπλ φραγκ του τσιτερ.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Παχνη

Πάχνη.
και μηχανισμος και Παχνη.
Αυτο που πρεπει να κανεις,
ειναι να σωπασεις.

Και να περιμενεις.

Και οταν ολα καταλαγιασουν,
οταν ολα ειναι ανυποψίαστα

τοτε κι εσυ.

αυτο που πρεπει να κανεις
ειναι κρυο.

Στους πορους.
Στους σπορους.
Παγος.
Στα τζαμια που κοιτας
ενα αρρωστο ειδωλο.
Παχνη.

Τα συμβολα.

Λεπτη ζαχαρη με τα δακτυλα σχηματισμενη.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Το τετραδιο.


Μου αρεσει να με αγγιζει αυτη. Παντα με αγγιζει εξωτερικα πριν με ανοιξει, για να της διηγηθω παλιες ιστοριες ή να βαλει μεσα μου καινουργιες.
Ειναι καλη.
Με κοκκινα ισια μαλλια μεχρι τους ώμους, λεπτα αγκαθωτα φρυδια, πορώδες μυτη και μαγουλα.
Δεν την εχω δει πολλες φορες να μιλαει αλλα οταν μιλαει στραβωνει το στομα προς τα δεξια.

Τα χερια της ειναι πολυ λευκα, οστεοδης και ασθενικα.
Με αγγιζει ελαφρα, καμια φορα νομιζω οτι με χαιδευει, δε ξερω σιγουρα.

Εγω παντα ειμαι μεσα σε ενα συρταρι απο ενα επιπλο.
Ωραιο επιπλο, βαρυ, κερασια. Μυριζει ομορφα.
Καμια φορα κανει και 2 βδομαδες να με σκεφτει.

Εχω και ενα φιλο. Το στυλο. Ειναι ενας φτηνος στυλος. Αν ξερατε ποσο ανοητα ειναι τα στυλο... Τιποτα δε κανει. Απλα γραφει. Δε μιλαμε. Μπορει και να μη ξερει να μιλαει.
Μονο να γραφει ξερει και ειναι και πλαστικο.

Πρεπει να παραδεχτω οτι τα φυλλα μου ειναι παλια.
Με ειχε αγορασει πριν 2 χρονια απο ενα βιβλιοπωλειο. Ημουν ενα φτηνο τετραδιο.
Τωρα ειμαι ακριβο για αυτην, εχω τοσα μεσα μου δικα της. Σχεδόν οι μισες σελιδες μου ειναι γεματες. Γεματες απο τα μικρα καλλιγραφικά της γραμματακια.

Μα για αλλο λογο θελησα να πω αυτη την ιστορια. Ειναι πικρο αλλα πρεπει να το πω.
Αυτα που γραφει ειναι γελοια. Γραφει κατι ψευτοποιηματα. Με ολο κατι καρδιες που ματωνουν, φεγγαρια που κλαινε, και τραυματισμενους μονοκερους. Υστερα καθεται και χαμογελα νομιζοντας οτι επειδη τα εχει σε μορφη τετραστιχων ειναι ποιηση.
Ποσο αθωα.

Προχθες για πρωτη φορα τα ειχε δειξει και σε καποιον αλλον. Ηταν ενας τυπος. Του διαβασε 4-5. Αυτος της ειπε οτι ειναι εκπληκτικα και μετα γαμιοντουσαν.

Σημερα μου φερθηκε βαναυσα. Ηρθε και με γραπωσε με δυναμη και μανια μεσα απο το συρταρι. Με ανοιξε και αρχισε να με βρεχει με τα δακρυα της. Υστερα μου εσκιζε τις σελιδες. 3-3 5-5. Εγινα χιλια κομματια.

Τωρα αργοπεθαινω μεσα σε ενα καδο σκουπιδιων. Ξερω το μελλον μου.
Το ηξερα απο την αρχη.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Η Νεραποστολή


"Παπαρια. Χαλασε η δουλεια." Μονολογουσε ο Μαυρος. Καθοντουσαν οι δυο τους εξω απο την αποθηκη τους, φτιαγμενη με λαμαρινες. 38 βαθμους θερμοκρασία. Ιδρωναν. Το βραδυ θα εφτανε τους μείον 2.
"Ενα βαρελι ολοκληρο θα επερνα και το χανω για τις μαλακιες των αλλων. Φοβιτσιαριδες.
Μαλακισμενα. Μονο για καμια εικονοκλοπη ειναι οι μαλακες. Φτωχομπινεδες."

Ο Τσαο καθοταν διπλα του πανω σε ενα πισι ταουερ που το ειχε κανει σκαμπουδακι.
Ειχε βαλει μια νεα βαφη μαλλιων. Του την εχει φερει η αδερφη του που εμενε στη πολη και ειχε κλιαρενς. Νεα μοδα αυτη. Που τις βρισκουνε ρε... Καθε μερα στις 8 το πρωι το μαλλι του αλλαζε χρωμα. Χρωμα εκπληξη. Τωρα ηταν πορτοκαλι. Κοιτουσε στον ουρανο και καπνιζε την ηλεκτρονικη πιπα του με οπιο.

"Ρε μαλακα σχιστοματη. Πες κατι. Κανε κατι γαμω τη πουτανα μου."
"Τι να κανω ρε μαλακα μαυρε; Γαμησε με." Πηρε μια ρουφηξιά.

Ο μαυρος εβλεπε απεναντι τον κοκκινο θολο της θεσσαλονικης. Εβγαλε ενα πλαστικο μπουκαλακι και εριξε μεσα στο στομα του 2 υδροκουμπια. Περασε το παπουτσι του στην χαρακωμενη ερημη γη. Κοιταξε τον ουρανο. Εδω και δεκα χρονια ηταν παντα απογευμα.

"Γαμω το βιοσεντονι το μπουρδελο." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο ειχε μπει στο κοσμο του.
"Ρε μαλακα Τσαο. 10 Χρονια εχουμε να δουμε ηλιο. Πες κατι ρε."
"Στ 'αρχιδια μου."

Ειδαν σκονη στο χωματοδρομο.
"Οπα ο Ιωσηφ ειναι." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο κοιταξε αδιαφορα.
Εφτασε ενα παλιο φορτηγακι και φρεναρε διπλα στην αποθηκη τους. Φορουσε μια λαδι βερμουδα. Χοντρες αντι-ραδιενεργες μποτες με εξτρα ασημενια λουρια. Και ενα δημοσιογραφικο γιλεκακι. Απο μεσα γυμνος. Το σωμα του ζαρωμενο. Οπως ολων. Τα μαλλια του ηταν κοντα και δεξια στα πλαγια ξυρισμενα. Ειχε περασει μια μικρη ιντελοπλακα. Οτι και να κανε ομως βλακας ηταν. Το προσωπο του ηταν σπυριασμενο.

"Ξεκολατε παρταλια." Ειπε καθως κατεβαινε.
"Τι εγινε ρε Τζοζεφ;"
"Ηρθα να σας φτιαξω ρε."
"Για πες."
"Νεραποστολή. Σε 1 ωρα. Στο 15β."
"Στανταρ;"
"Ε ναι σου λεω."
"Απο που το μαθες." Ρωτησε καχυποπτα ο Μαυρος.
"Ασε τωρα... Στανταρ σου λεω."
Το στομα του Μαυρου μονο με την ιδεα του νερου μουδιασε λες και ειχε φαει λεμονι.
Ειχε να πιει αληθινο νερο εδω και 7 μηνες.
"Για ποσα βαρελια μιλαμε;"
"Πολλα ξερω γω. 10-15."
"Μαλιστα... Ενταξει τι καθομαστε ξεκιναμε. Ελα Τσαο παμε. Πηγαινε φερε τα σιδερα και 3 παραλαιζ." Τον προσταξε ο μαυρος.
"Θα πρεπει να σκοτωσουμε;" Ρωτησε ο Τσαο σχεδων με αφελεια.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2007

H σιωπη του μηχανικου και το πρωτοκολλο του συνεργειου.




Σημερα πηγα το μηχανακι σε ενα συνεργειο.
Μεσα ο μηχανικος, με την μπλεβρωμικη φορμα του ηταν καθισμενος
και σκαλιζε ενα vmax.
Η συνομιλια με ενα μηχανικο στο μαγαζι του εχει πολλες ιδιαιτεροτητες.
Εγω καθως εχω παλια μηχανη και συχρωτιζομαι συχνα μηχανικους
εχω κατανοησει το πρωτοκολλο του συνεργειου, για καποιον αρχαριο βεβαια, ισως ειναι δυσκολο και εκνευριστικο.
Στην αρχη δε μιλας καθολου... Αυτος ξερει οτι μπηκες μεσα, σου ριχνει μια
αμυδρη ματια αλλα παριστανει οτι δεν καταλαβε οτι μπηκε καποιος.
Σκουπιζει λιγο τον ιδρωτα του με το μαυρισμενο τριχωτο του βραχιωνα
και συνεχιζει να σκαλιζει τη μηχανη.
"Τι εγινε" Λεω εγω.
Αυτος δε μιλαει. Φυσικα δεν περιμενεις να μιλησει...
Περιμενεις 5 λεπτα. Χαζευεις κατι εξατμισεις, κατι λυμενα ψευδο-εντουρο.
Υστερα περιπου στο 10 λεπτο γυρναει και σε κοιταει λιγο υποτιμητικα και χαιρεταει κουνοντας ελαφρα το κεφαλι. Εσυ παλι δε πρεπει να μιλησεις.
Μετα απο λιγο, συνηθως το πολυ σε ενα λεπτο, σηκωνεται σκουπιζει δηθεν τα χερια του
με ενα στυππειον.
"Τι εγινε;" Ρωταει.
"Καλα να εφερα τη μηχανη, κατι γινεται και μπερδευει."
"Οκ αστην και περνα αυριο το απογευματακι."
Βγαζεις το κλειδι απο το μπρελοκ το κρεμας σ ενα ενα καρφι στο πινακακι που εχει εκει στο τοιχο διπλα σε ενα μεσοφυλλο του πλει μπου και αποχωρεις.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

Ως σαν Κιναιδος



Στα τελη της δεκαετια του 80 θυμαμαι. Τοτε που ο κοσμος πηγαινε στις ταβερνες.
Πηγαιναμε κι εμεις. Ο μπαμπας, η μαμα , εγω και ο αδερφος μου.
Ειχανε τοτε οι γονεις μου ενα μαγαζι με ρουχα. Το βραδυ πριν κλεισουμε, ερχοταν οι εμποροι να πληρωθουνε και βγαιναμε ολοι μαζι. Ποτε ποτε ερχοταν και κανενας γειτονας και μαζευομασταν καμια 7-8 ατομα.
Υπηρχε ενα χρονικο σημειο, ακριβως με την τελευταια μπουκια μου, οταν αρχιζαν οι μεγαλοι να αναβουν τσιγαρο, που το γκαρσονι ερχοταν και μαζευε τα πιατα ρωτωντας αν θελουμε να κερασει γλυκακι, που με επιανε μια ελαφρα νυστα και που τα κιτρινα κλειδια της ζωης ηταν πανω απο 4 οπου ο πατερας αρχιζε να λεει ιστοριες.
Η πιο χαρακτηριστικη ηταν με ενα φιλο του που τον ονομαζαν "το ξαδερφι".
Το ξαδερφι λοιπον λατρης της καθαρευουσας οποτε εφτανε στο πατρικο του, ρωτουσε τη μανα του.
"Μανα τι εχεις μαγειρεψει σημερα; Πειναω ως σαν κιναιδος."
Του απαντουσε κι αυτη η κακομοιρα το μενου της ημερας, χωρις να αντιλαμβανεται τι της λεει.
Το ξαδερφι ειχε και μια αδερφη, η οποια ηταν λιγο ασχημουλα, λιγο εσωστρεφης λιγο καπως, δυσκολευοντας τους γαμπρους να την πλησιασουν. Με τα πολλα της προξενεψαν εναν πατερ. Νεος, ανυμφευτος , ανθρωπος του θεου, σταθερη δουλεια.
Πηγε λοιπον σπιτι τους για μεσημεριανο και να γνωρισει την κοπελα.
Καθιμενοι στο τραπεζι, η μανα, η αδερφη, το ξαδερφι (ο πατερας ειχε πεθανει)
και ο παπας. Λεει ο πατερ στην αδελφη.
"Καταπληκτικο το γευμα δεσποινις Ελπιδα."
"Ευχαριστω, απαντα εκεινη με χαμηλο βλεμμα."
"Εσεις τα μαγειρεψατε ολα;"
"Ναι, και... με μια βοηθεια της μαμας"
"Πραγματικα, πεντανοστιμα και ειχα και μια ορεξη..."
Παιρνει θαρρος και η μανα, θελει να δειξει οτι ειναι και μορφομενη, λεει,
"Πατερ πρεπει να πεινουσατε ως σαν κιναιδος;"
Σαστισε ο ιερεας, δαγκωθηκε το ξαδερφι.
Καπου εκει με επαιρνε κι εμενα ο υπνος. Ποτε δεν εμαθα αν ευοδωσε το προξενιο και παντα ξεχνουσα να ρωτησω την αλλη μερα.