Τρίτη, 23 Δεκέμβριος 2008

Υπαρχει ενας δρομος που με γυριζει σπιτι.

Υπαρχει ενας δρομος που με γυριζει σπιτι.
ειναι ενας δρομος κοπι παιστ.

το δεχι μου χερι εχει καει απο τα ρπτζ.

το αριστερο μου ημισφαιριο ειναι μια αγνοια στο πιθανο κοσμο.

Μα υπαρχει ενα δρομος παντα που με γυριζει σπιτι,

Τι ειναι αυτο το σπιτι.
ειναι καλο;
Ε?
Πεσ μου.

ραβδοι δεντρων χωρις ονομα με χτυπαν καθως δειχνω τρυφεροτητα

και παλι ξανα μας αρεσει να επαναλαμβανονται εμας εμενα οι ιδιες εννοιες που λες

που λες

τα μικρα και τα μεγαλα τα εχουμε κανει σα χρωματα
ετσι ευκολα μηδεν
και μηδεν
μηδεν
και μηδεν

και μηδεν

και μηδεν


και μηδεν


και μηδεν

Παρασκευή, 19 Δεκέμβριος 2008

Οι απαντησεις σε προσωπικες ερωτησεις

Οι απαντησεις σε προσωπικες ερωτησεις ειναι μια γελοιοτητα.

Με ρωταει καποιος ας πουμε, ποιο ειναι το αγαπημενο σου φαγητο.
Και του απαντω οτι ειναι τα γεμιστα κολοκυθακια. Αλλα μετα απο λιγο δεν ειναι,
διαφωνω του λεω. Με τι, με ρωταει. Με αυτο που απαντησα πριν.
Γελαει.
Ενταξει. Τι πιστευεις για την κλωνοποίηση;

Ειναι προσωπικη ερωτηση;

Κοιτα, ρωταω σε εσενα προσωπικα αλλα ειναι μια ερωτηση γενικη κατα καποιο τροπο.

Μη με ξαναρωτησεις για μενα, ξερεις γιατι;

Γιατι;

Γιατι οι απαντησεις σε προσωπικες ερωτησεις ειναι γελοιες.

Ωραια πες μου μια ερωτηση που να μην ειναι προσωπικη;

Με ρωτας;

Ναι.

Δεν απανταω σε αλλες προσωπικες ερωτησεις.

Μα για να εχουμε κατι να λεμε. Πως θα γινει χωρις ερωτησεις; Οπς μη μου ξαναπεις το ιδιο, καταλαβα. Περιμενε θα κανω μια δηλωση, και εσυ μπορεις να πεις κατι πανω σε αυτο.

Το αγαπημενο μου χρωμα ειναι το καφε.

Χα! Δεν υπαρχει καποιος που να εχει αγαπημενο χρωμα το καφε.

Εσυ το λες αυτο.

Εγω.

Χαρηκα.

Toν πουλο.

Περιμενε. Ειχα παλια μια συμμαθητρια που σκαλιζε της τσιχλες απο το πατωμα με το διαβητη και μετα τις μασουσε. Υστερα ακουγα τα χωματα να τριζουν στα δοντια της. Εκανε μεγαλη προσπαθεια για ολο αυτο.

Που ειναι τωρα;

Ειναι μετεωρολογος σε ενα ιδιωτικό καναλι στη Βολιβια.

Εχουν ιδιωτικα καναλια στη Βολιβια.

Μαλλον.

ΟΚ.

Τα λεμε.

Στασου.

Τι;

Τιποτα, αστο τα λεμε λοιπον.

Bye.

Τετάρτη, 27 Αύγουστος 2008

Τυρακι στον προγομφιο.


"Τελειωσε και αυτος ο χειμωνας" Σκεφτηκε ο ηρωας μας κατεβαινοντας γρηγορα τα σκαλια. Τα μαλλια στις ακρες τους ειχαν νοτισει. Οι μασχαλες ειχαν ιδρωσει και στον αριστερο ανω προγομφιο ειχε λιγο τυρακι απο την πρωινη ζαμπονοτυροπιτα. Εκλεισε την πορτα του γραφειου πισω του και ετοιμαστηκε για ενα φανταστικο καλοκαιρι.
Τα σκυλια ασθμαινοντας κρυβοντουσαν στις σκιες και το νεφος ειχε γινει λασπουρια στα πνευμονια. Τα κτηρια ηταν παρατημενα στο ελεος του ηλιου σα ξεραμενες κολοκυθες και το πληθος κουτρουβαλουσε απνοο με πασαλιμενες σκεψεις για ομπρελιτσες και αις-καφε.
Ανεβηκε στο ποδηλατο και σκαρωσε μια μεγαλη πηδαλια, σαν αυτες που κανει μονο οταν ειναι πολυ χαρουμενος. Αυτο λες και καταλαβαινε αρχισε να κυλαει αναλαφρα στη
ζεματισμενη πισσα του δρομου.
Μονο τοτε ηταν που καταλαβε ο ηρωας μας, καθως εβαλε τη γλωσσα του πανω, οτι απο το πρωι ειχε λιγο τυρακι στο δοντι του.

"Και τι εγινε;" Ειπε απο μεσα του. "Τωρα αρχισαν οι διακοπες."

Κυριακή, 29 Ιούνιος 2008

Μενω σε μια μονοκατοικια βαρετη. Βαρετη σαν χιλιοπαιγμενο αρπιτζι.
Ενα πνευμα που μενει μεσα με ρωταει γιατι ειναι βαρετη
και του απαντω αυτο ακριβως.

Χωρις να κανω ερωτησεις, το πνευμα ξερει.

τελως παντων, δε θελω να μιλησω για μενα και τα πνευματα του σπιτιου.

Λοιπον, εχω εξω στην αυλη κατι δεντρα.

Στη ζωη μου, οπως ολοι στη ζωη τους, πηρα στα χερια μου οπως ολοι στα χερια τους
πολλους σπορους.

Και για καποιο ηλιθιο λογο, θεωρησα οτι πρεπει να φυτεψω, να προστατευσω και να μεγαλωσω τα δυνατοτερα δεντρα.

Αυτες ξερετε ειναι επιλογες ζωης.

Απο το πισω παραθυρο βλεπω αυτα τα δυνατα δεντρα.

Εχουν μεγαλωσει. Γερα κλαδια, παχιά σκια κι εγω δυνατος.

Που θελω να καταλήξω,

Τα δυνατα δεντρα ειναι για δυνατους ανθρωπους,
γιατι αν βγω στο κηπο αδυναμος...

Πες ρε παιδι μου ο,τι κατι μου ετυχε στη δουλεια,
κατι οτιδηποτε στη καθημερινοτητα μου με εριξε.

Αυτα τα δυνατα δεντρα με τσαλαπατανε.
Υψώνονται , δυναμώνουν τις ενώσεις τους , αφηνουν το ανεμο να περνα με δυναμη απο τις φυλλωσιες τους και με τυραννάν.


Οταν διαλεγεις δυνατα δεντρα στο κηπο, περνεις και την αντιστοιχη απ-ελπιδα.

Και τωρα θα σας αποκαλυψω τι ειναι το καθε τι.

Ο κηπος ειναι το καλαμακι.

Το δεντρο ειναι η κοντινοτητα.

Ο ανεμος ειναι ενα σημαδακι πανω στην οθονη.

Α ξεχασα! Τα δεντρα μου ειναι αλμπινο και τραγουδανε σε αγνωστες γλωσσες.

Επισης πριν γινουν ολα αυτα εχω στο τραπεζακι του σαλονιου μια μανωλια.

Πως λενε στις ξενες σειρες...

μη με πατροναρεις.

Ακομα δεν εχουμε ξεπερασει καν το φοβο οτι θα αντιμετωπισουμε φοβους.

Ειμαστε φλωροι.

Μη πετας το σωμα σου στα σκουπιδια γιατι το πρωι θα απλωσεις το χερι σου να το αναζητησεις.

Μη πετας το νου σου στο βουρκο γιατι το βραδυ θα κοιταξεις στο καθρευτη και θα δεις χιλιαδες δαιμονια που θελουν χιλιαδες προσευχες για να φυγουν.
Και ποιος εχει χρονο για τοσες προσευχες.


Αν ειναι να σωσω κατι
ας ειναι η ομορφια μου.

Παρασκευή, 6 Ιούνιος 2008

Το Βαζο που ενω εχει μεσα του ενα στικακι πεφτει στο πλαστικο τραπεζι.


Ειμαι στο μπαλκονι. Δεν ειμαι πολυ κοντα του. Μαλλον δεν ειμαι οσο κοντα του θα ηθελα να ειμαι ή στην συγκεκριμενη περιπτωση θα χρειαζοταν να ειμαι για να γινουν τα πραγματα ευδιακριτα. Καθομαι σε μια καρελα απεναντι του γυρω στα δυο μετρα μακρια.

Ειναι ενα βαζο. Ενα λεπτο γυαλινο βαζο , αλυκο κοκκινο, ευαισθητο, ευάλωτο χωρις περιττά σχεδια με απαλο τετραγωνισμένο κυλινδρικο σχημα. Δεν ειναι αδειο (ισως αν ηταν αδειο τα πραγματα να ηταν παρα πολυ απλα) αλλα εχει μεσα του ενα ινδικο αρωματικο στικακι που δε ξερω πραγματικα πως βρεθηκε εκει.

Κοιταω το ρολοι αναμεσα στις κουρτινες, τρεις και ενα λεπτο. Το φως απο το μπαλκονι ειναι σβηστο αλλα φωτιζομαι απο το φως του δωματιου, ενα κιτρινο κουραστικο φως.

Στον ουρανο αχνοφαινονται τα συννεφα μεσα στο σκοταδι. Οι φωνες απο δυο-τρία νυχτοπουλια φτανουν μεχρι τον τεταρτο οροφο υπενθυμιζοντας μου οτι ειναι καλοκαιρι. Το βαζο επεσε. Εκανε ενα ελαχιστο γδουπο πανω στο πλαστικο τραπεζι. Το ρολοι εγραφε τρεις και δυο λεπτα. Ειναι περιπου ενας μηνας τωρα που καθε βραδυ την ιδια ωρα πεφτει το βαζο. Μερικες φορες δεν ημουν σπιτι για να το ακουσω ή να το δω αλλα οταν γυρνουσα ηταν πεσμενο παντα με τον ιδιο τροπο.

Δεν ειχε καθολου αερα σημερα. Ηταν μια γαληνια νυχτα.

Γενικα δε βρισκω μια ικανοποιητικη αιτια για αυτο που συμβαινει. Σημερα δε το προσεχα και πολυ αλλα αλλες φορες που το παρατηρω φαινεται σα κατι απολυτα φυσιολογικο. Σα να μη μπορει να γινει τιποτε αλλο απο το να γερνει και να πεφτει.

Δε θελω να το μετακινησω, απλα το σηκωνω ορθιο, καθε φορα στην ιδια θεση και περιμενω.

Τετάρτη, 28 Μάϊος 2008

Δουλευω σε μια εταιρια. Καθομαι στον υπολογιστη με τις ωρες και μπορω να πω οτι καποιες απο τις εργασιες που κανω ειναι οντως σημαντικες για την ημερησια αποτελεσματικοτητα της εταιριας. Αυτα τα πολυ σημαντικα πραγματα που κανω δε πιανουν πανω απο 1-2 ωρες ενω τις αλλες ωρες κοινως κωλοβαραω.
Τα λεφτα που περνω ειναι λιγα, αλλα ολοι λενε οτι αν εχεις μερακι και ορεξη μπορεις να ανεβεις. Αρχιζω στις 7 και μιση, σχολαω στις 3 και μιση και ομως νομιζω οτι δεν δουλευω 8ωρο. Διοτι μολις φτασω σπιτι για να συνερθω θελω 2 ωρες υπνο. Ετσι αν βαλεις οτι χανω 1 ωρα το πρωι γιατι ξυπναω 6μιση και μιση ωρα το απογευμα για τη διαδρομη, καταληγουμε στο αποτελεσμα οτι πραγματικα η δουλεια μου τρωει 6μιση με 6 το απογευμα ισον 11μιση ωρες. Αλλες 5 μιση ωρες που κοιμαμαι το βραδυ παμε στις 17 ωρες. Μου μενουν στην ουσια 7 ωρες καθαρες για τον εαυτο μου.

7 ωρες δεν ειναι λιγες. Βεβαια τα 45 λεπτα καθομαι να φαω το μεσημερι και το βραδυ και 45 λεπτα στη τουλετα να κανω μπανιο και διαφορα αλλα παμε μειον 1μιση ωρα δηλαδη στις 5 μιση ωρες. Απο αυτες τις 5 μιση βγαζω μιση ωρα που περναω στο κρεβατι ριπταζομενος, προσπαθωντας να ξυπνισω.

Μας μενουν 5 ελευθερες ωρες. Τι μπορω να κανω σε 5 ωρες. Ολες οι ωραιες λεξεις εχουν καρβουνιασει ενω τα γλυκα συναισθηματα ειναι ενα συνονθηλευμα απο αναμνησεις και μελλοντικα σχεδια και σπανια πια η αυτη καθαυτη στιγμη.
Σκεφτομαι τι ωραια που περασα τοτε, υστερα σκεφτομαι τι ωραια που θα περασω καποτε και περναν οι ωρες στον καναπε απεναντι απο την τζαμαρια που βλεπει τις κεραιες.
Μια στο τοσο χτυπαει το κουδουνι, εχω ενα γειτονα παππου που ερχεται να με δει. Μου φερνει πρασινα μηλα και αζύμωτο καφε.

Δε μπορω να δω να αλλαζει κατι. Λεφτα δε μαζευω και ουτε βγαινω εξω να κανω φιλους.
Ετσι τελικα αποφασισα να βρω και μια δευτερη δουλεια παρτ-ταιμ το απογευμα μηπως και φιαξουν τα πραγματα.

Σάββατο, 17 Μάϊος 2008

Κρεμμυδια


Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια

Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια
Κρεμμυδια

Κρεμμυδια Κρεμμυδια

Κρεμμυδια

ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια Κρεμμυδια Κρεμμυδια
ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια
ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια
ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια
Κρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια
ΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια

ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια
ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια

Κρεμμυδια Κρεμμυδια ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια
ΚρεμμυδιαΚρεμμυδιαΚρεμμυδια

Τετάρτη, 23 Απρίλιος 2008

Καραμελιτσες


01- Λεξεις λεξεις πλεξεις.

02- Ενας κυριουλης στεκεται στα συννεφα και κοιταει κατω στη κολαση μια πενα.

03- Μια οδοντοκρεμα με λεπτη μεσουλα μας βοηθαει στα καψιματα, δε φουσκωνουν.

04- Καθε πρωι που πηγαινω στη νεα μου δουλεια αναρωτιεμαι απο που βγαινει η λεξη
"κυλικειο".

05- Συνειδητοποίηση : Τα φαντασματα και οι δαιμονες δεν ερχονται στο μπαλκονι.

06- Τα Μπισκοτα δε πιανονται για γλυκο.

07- Ο Τολστοι ειναι καλυτερος απο τον Ντοστογεφκσι.

08- Ενας κυριολης σερνεται στη κολαση κρατωντας μια πενα και κοιτα τα συννεφα.

09- Καλυτερα ομορφος παρα καλλιεργημενος, και το καλυτερο απο ολα, αγνοια αυτου.

10- Πριν κοιμηθουμε το βραδυ υπαρχει μια περιπτωση να εμβολιστουμε στο στηθος με ενα
φως αθωας παιδικοτητας.

11- Τα κερακια και τα λουλουδια ανοικουν στο κοσμο των ιδεων.

12- Η Βασικη αρχη της τεχνης ειναι οτι δεν πρεπει να εχει καμια χρηστικοτητα.

14- Το 13 κατι σημαινει αλλα δε το ξερω ακομα.

15- Ενας κυριουλης περπατουσε στη γη, κοιτουσε ισια μπροστα, και ζουσε ετσι απλα.

16- Οι δεισιδαιμονες τις περισσοτερες φορες βαζουν κομμα πριν το και. Μα ποτε τελεια.

Παρασκευή, 21 Μάρτιος 2008

Η Διαφωνια


Εσυ ξερω γιατι σιωπας. Επισης ξερω οτι μεχρι να τελειωσω αυτα που θελω να πω δε θα βγαλεις αχνα. Ουτε καν θα μισανοιξεις τα χειλι σου σα να θελεις να πεις κατι.
θα με κοιτας με ματια που ενδιαφερονται για αυτα που λεω ανοιγοκλεινοντας τα ελαχιστα σε ολη αυτη τη διαρκεια.
Το σωμα σου θα μενει ακινητο ακριβως σε αυτη τη σταση χαλαροτητας που εχεις τωρα και ισως, ισως λεω, να κανεις καμια ελαχιστη κινηση μολις τελειωσω. θα ξυσεις το κεφαλι σου ή μπορει να παρεις μια βαθεια ανασα. Ομως αληθεια νομιζεις οτι θα νοιαστω; Οχι!
Διοτι ο,τι υπαρχει για μενα και για σενα ειναι μεχρι εκεινη τη στιγμη που θα τελειωσω εγω, απο εκει και περα τιποτα δε θα εχει νοημα. θα ισχυριστεις οτι εχεις επιχειρηματα , μπορεις ακομα να πεις οτι τα παντα ειναι μια ανοησια αλλα θα ξερεις πιο καλα απο τον καθενα οτι ολα ειχαν πεθανει μολις σταματησα να μιλω. Οτι κι αν συμβει μετα απο εκεινο το σημειο θα ανήκει αλλου , σε μια αλλη κατασταση που δεν εχει το παραμικρο κοινο σημειο με τα προηγουμενα γεγονοτα.
Η ηδη μικροτητα σου θα γινει μηδεν, ενα μη αναστρεψιμο μηδεν , και μαλιστα δε θα φταινε τα λογια μου αλλα αυτα που εσυ θα εχεις σκεφτει μεσα σου, και ενω θα στεκεσαι ετσι αταραχος , μεσα σου θα πεφτεις στην αβυσσο παρακαλώντας με να σταματησω.
Εγω σου δειχνω (χωρις να στο λεω βεβαια) οτι με μια σου λεξη μπορεις να τα σταματησεις ολα. Δε θα πεις τιποτα ομως και το ξερω, και επισης ξερω οτι αυτη η ελευθερια που σου δινω ειναι επίτηδες για να σε τυραννήσω περισσοτερο.

- Διαφωνω! Του απαντησε ο αλλος.

Τρίτη, 12 Φεβρουάριος 2008

O Φοβος


Ο φοβος δεν ειναι ενα συναισθημα αυτονομο.
Το ζωώδες προγονικο στιγμιαίο παγωμα ειναι ο τρομος, και αλλο ο τρομος αλλο ο φοβος.
Ο τρομος υπαρχει στο κατσικι, στο μυρμιγκι στο δελφινι.
Ο φοβος ειναι κατι αλλο που μου φαινεται πως ειναι αποκλειστικο προσόν του άνθρωπα.

Ο Φοβος θελει μια διαδικασια ωρίμανσης και λογικης συνοχης. Για να φοβηθεις κατι πρεπει να το γνωριζεις, να το εχεις σκεφτει, να το εχεις δουλεψει. Ο φοβος δεν ειναι ουρανοκατεβατος, ειναι πολυ προσωπικος, υποκειμενικος και θυμιζει το φρουρο στο "Μπροστα στο νομο." του Καφκα - ο καθε φοβος που εχεις ειναι φιαγμενος για σενα και μονο για σενα. Αυτο βεβαια ειναι κατι απολύτως φυσιολογικο διοτι ο Φοβος οπως π.χ. και η οραση δεν αποτελουνται απο μια ολιστικη εικονα αλλα απο μικρα μικρα φανκτιοναλιστικα στοιχεια που τα εμπεριεχουν.

Ο φοβος ειναι κατασκευασμενος απο μικρες μικρες φοβιες που (χα!) πολλες φορες δεν εχουν καμια σχεση με το αποτελεσμα. Ο φοβος ειναι κατασκευασμενος απο εκλογικευμενες παραλογες θεωρήσεις, ιδεασμους, ιδεολογήματα, μισοι, παθοι και αλλα τετοια υλικα. Αν ψαξεις βαθια ενα φοβο ουτε φανταζεσαι τι μπορεις να βρεις μεσα.

Υπαρχει παντα και ενας σκοπος. Ετσι και ο φοβος εχει ενα σκοπο και μαλιστα καλο. Σκοπος του φοβου ειναι να σε προστατευσει, να σε προστατευσει απο τον ιδιο σου τον εαυτο. "Ειμαι δειλος ", γιατι εχω κατασκευασει ενα συγκεκριμενο φοβο να με προστατευει απο τη "γενναιότητα". Ειμαι "γενναίος" γιατι εχω κατασκευασει ενα φοβο να με προστατευει απο τη "δειλια". Αναλογα τι βολευει καθενός το χαρακτηρα διαλεγει και παίρνει.

Εμενα με διασκεδαζει ο φοβος. Ξερω οτι ειναι ενα δικο μου ψεμα που μεταμορφωνεται σε ολοκληρωτικη αληθεια. Σε διαβάλλει απο πανω ως κατω, γινεται σχεδόν τρομος και πονος.
Αλλα ξερω οτι ειναι κατι δικο μου. Σαν ενα δοντι που σε ταρακουνα μια στο τοσο, δε θελω να το φτιαξω ουτε να το ξεριζωσω, το αφηνω εκει να υπαρχει και να μου θυμιζει οτι ειμαι ο γλυκαναλατος εαυτος μου.

Πέμπτη, 6 Δεκέμβριος 2007

Καποιος μπορει μεσα μου να πιει κρασι.


Καποιος μπορει μεσα μου να πιει κρασι.
Βεβαια πρεπει πρωτα να με ξεσκονισει επανειλημμένος γιατι η αληθεια ειναι οτι ειμαι μεσα στη σκονη. Παντου εχω σκονη
Απο την κορυφη μεχρι τη βαση.

Η αγαπημενη μου θεση μεσα στο σπιτι ειναι να στεκομαι πανω στη βιβλιοθηκη.
Βολευομαι πολυ ανετα εκει πανω και τραβαω την προσοχη. Ολο και καποιος θα πει...
«Οπς! Απο που ειναι αυτο.» και θα σουφρωσει τα ματια για να διαβασει τι γραφει στη ταμπελιτσα μου. Ημουν πολυ ψηλα πανω-πανω στη ξυλινη βιβλιοθηκη.

Τωρα ειμαι σε ενα μικρο συρταρι, μαζι με χαλασμενα γυαλια ηλιου, σελοτειπ , διαφημιστικα για πιτσες, τοκες, αξυστα μολυβια και αλλα αντικειμενα.

Το θυμαμαι με χαρα οταν με κερδισε, αυτος που του αξιζα. Με πηρε εκστασιασμενος και με κουνουσε ψηλα. Υστερα πανω στη βιβλιοθηκη. Θαυμασμος και γυαλισμα μια φορα τη βδομαδα. Αγνα χρονια.
Τωρα ειμαι ενα πλαγιασμενο, αχρειαστο, αδειο απο νοημα κυπελλο.

Δευτέρα, 15 Οκτώβριος 2007

Το παρτυ.

Σημερα θα παω σε ενα παρτυ.
Περιμενα πολυ καιρο αυτο το παρτυ και εχω κανει ολων των ειδων τις ετοιμασιες.
Ξερω τι θα πω σε καθε ερωτηση που θα κανουν για μενα. Ξερω ποτε δε πρεπει να μιλησω
και να αφησω τους αλλους να ξεδιπλωνονται. Εχω ετοιμαστει επισης για τις στιγμες της αμηχανιας.
Πως θα βαλω το σωμα μου πανω στην καρεκλα που θα τοποθετησω τα ποδια μου και τα χερια μου.
Ξερω απο ποιον θα ζητησω ποτο και ποτε θα επιβαλεται να το σερβιρω εγω.
Με διαφορα τεχνασματα εχω μαθει ποιος θα ειναι εκει και περιπου πως συμπεριφερεται ο καθενας
ωστε οι προβλεψεις μου να ειναι στατιστικα επιτυχεστερες.
Το μονο που μου μενει πλεον ειναι να με καλεσουν.
Το οποιο μαλλον ειναι απιθανο.

Δευτέρα, 8 Οκτώβριος 2007

Πως να γραψεις ενα λογοτεχνικο βιβλιο.

Εν αρχη ειναι ο λογος. Ετσι... α πριορι πρεπει να υπαρχει ενας λογος για να γραψεις ενα βιβλιο. Ο λογοι που κανουν καποιον να γραψει ενα λογοτεχνικο βιβλιο δεν ειναι και πολλοι. Συνηθως ειναι η ματαιοδοξια, η κενοδοξια, η δοξα και η επαρση. Επισης η κατ' επιφαση τεχνη που ξεχυλιζει απο μεσα σου και δεν εχεις που να τη βαλεις.

Για να αρχισεις να γραφεις ενα λογοτεχνικο βιβλιο επιβάλλεται να εχεις διαβασει. Να εχεις διαβασει πολυ μαλιστα. Να ξεκοκαλισεις τους κλασσικους να τους κανεις δικους σου. Σκοπος αυτη της κίνησης ειναι οτι υπαρχει μια τεραστια πιθανοτητα να απογοητευτεις με τις διανοιες που εχεις να συναγωνιστεις και να τα παρατησεις. Αν γινει αυτο, μαλλον ειναι οτι πιο σωστο μπορεις να κανεις. Η περιπτωση να εχεις την ικανοτητα να γραψεις ενα καλο λογοτεχνικο βιβλιο ειναι πεντασπανια ετσι ξεροντας οτι θα εισαι κατω του μετριου ειναι δικη σου αποφαση να ξεφτιλιστεις σε ολους, εκτος απο τη γυναικα/αντρα σου και μερικους φιλους που παντα σε υποστηριζουν.

Η δικλιδα σε αυτη την περιπτωση, οπου εισαι η περιπτωση αλλα οι αλλοι δε σε καταλαβαινουν ειναι ακομα πιο σπανια, αρα μην ελπιζεις απλα παρατατα. Αν οντως νιωθεις ξεχωριστος τοτε βαλε ως κριτες σου τους μεγαλους κλασσικους. Συγκρινε τα γραπτα σου μαζι τους και κοιτα που βρισκεσαι.

Αν εχεις αυτα τα δυο στοιχεια. Εχεις διαβασει πολυ, και ξερεις οτι μπορεις να γραψεις καλα, αυτο που απομενει να κανεις ειναι να ζησεις. Πρεπει να ζησεις με παθος και ρισκο. Να σκληραγωγηθεις και να πεσεις χαμηλα στη κολαση. Να ξανασηκωθεις και να ξαναπεσεις. Να κανεις σβουρες στο παραδεισο και να δοκιμασεις οτι μηλο δεις μπροστα σου. Δεν νομιζω να υπαρχει καποιος λογοτεχνικος συγγραφεας ο οποιος να ζουσε χαλαρη ζωη περιμενωντας στο γραφειο του να του ερθει η επιφοίτηση.

Αν ζησεις, το μονο που απομενει ειναι να σταματησεις να ζεις. Διοτι δε μπορεις να ζεις και να γραφεις. Τι στιγμη της δημιουργειας ο πραγματικος κοσμος χανεται και υπαρχει μεσα σου μονο η ιδεα. Ιδρωνεις μαζι της, καταγινεσαι, κανεις ερωτας και καταδιωκεσαι. Γινεσαι πλουσιος και ζητιανος, γυναικα και αντρας, παππους και παιδι. Γινεσαι ολοι οι χαρακτηρες σου. Βουτας μεσα τους, τους γραπωνεις τη ψυχη και την σφουγγιζεις μεχρι να βγαλει την πεμτουσια που θα βαλεις στα χειλι τους.

Αν τα κανεις ολα αυτα. Περναμε στο λιγοτερο δυσκολο. Στο θεμα. Το θεμα ειναι μια ψευδαισθηση. Ποτε δεν υπαρχει θεμα. Ενα λογοτεχνικο βιβλιο δεν εχει θεμα. Ειναι οπως ακριβως η ζωη απλα για καποιο λογο εσυ που θα γραψεις θες να την αλλαξεις, να γραψεις για μια αλλη ζωη που δεν καταλαβαινω γιατι να το κανεις αυτο.

Καλη επιτυχια.

Τρίτη, 2 Οκτώβριος 2007

Ενα αδειο δωματιο


Αυτο ειναι ενα αδειο δωματιο. Το παραξενο με αυτο το δωματιο ειναι οτι ενω λεγεται δωματιο απο ολους, δεν ανήκει σε ενα μεγαλυτερο συνολο. Ειναι ενα αδειο δωματιο στο κενο. Δεν εχει θεμελια, δεν εχει κατω οροφο οπως επισης δεν εχει αλλα δωματια γυρω του.
Ειναι ενα λευκο αδειο δωματιο σε ενα λευκο συμπαν.

Ενας μη-εξοικειωμένος παρατηρητης θα το εβρισκε δυσκολο μάλλον να το διακρινει αναμεσα στο ασπρο διαστημα.

Αυτο λοιπον το αστρο δωματιο εχει μια ασπρη πορτα με ενα ασπρο χερουλι.
Καποιοι λενε οτι κανεις ποτε δεν εχει περάσει αυτη την πορτα και καποιοι αλλοι λενε οτι κανεις ποτε δεν ειχε τη διαθεση να περασει αυτη την ασπρη πορτα.

Η αληθεια οπως παντα ειναι καπου αναμεσα.
Διοτι αυτο το ασπρο δωματιο εχει ακομα ενα δωματιο παραλληλο προς αυτο καπου αλλου. Το αλλο ασπρο δωματιο ειναι γεματο με επιπλα, ομορφα ακριβα και φινετσατα. Στους τοιχους του εχει αντιγραφα απο επωνυμους πινακες και μια τεραστια βιβλιοθηκη με παχια δερματοδετα καλοδιατηρημενα συγγραματα και βιβλια. Στο σανιδενιο σκουρο πατωμα χυνονται 2 μεγαλα περιπλοκοκεντημενα κοκκινα χαλια και στο ταβανι φωτιζει ενας βαρυς κρυσταλλινος πολυελαιος.

Οσοι το επισκεπτονται, καθονται εκει με τις ωρες ικανοποιημένοι. Τριγυρνανε αγγιζοντας τα μικροαντικειμενα. Διαβαζουν πλαγιαζοντας το κεφαλι, τους τιτλους των βιβλιων και ισως αυτο-εξυπηρετουνται βαζοντας ενα ποτηρι κρασι. Μερικες φορες μαζευονται πολλοι εκει. Βεβαια, δεν ειναι ευχαριστημενοι ο ενας με την παρουσια του αλλου αλλα δεν μπορουν να κανουν κι αλλιως. Ως συνηθως δεν εχουν καμια σχεση μεταξυ τους, το μονο κοινο τους σημειο θα μπορουσε να πει κανεις, ειναι οτι απλα δεν ξερουν την υπαρξη του αλλου, του παραλληλου αδειου δωματιου.

Σάββατο, 15 Σεπτέμβριος 2007

Tαυρισια χνωτα

Ταυρισια χνωτα πανω σου
Και παρελκομενες βλεφαριδες
γυρω τα ματια μαυρα γυρω σου

πανω στον ταυρο πλαι.

Πιρουνια σφενδονιζονται
στην οψη του σφενδαμου
κι εκει που αναπαυομουνα
κατι αλλο θε να γινει.

Κι αποψε που κοροιδευα
την αποψη του λουπους
αστην ευχη ας ελεγα
να πιασω μια


θλιψη
πιο θλιβερη απο καθε εγκατάλειψη
απο καθε πιρσινκ
και μαλτιπλ φραγκ του τσιτερ.

Πέμπτη, 6 Σεπτέμβριος 2007

Παχνη

Πάχνη.
και μηχανισμος και Παχνη.
Αυτο που πρεπει να κανεις,
ειναι να σωπασεις.

Και να περιμενεις.

Και οταν ολα καταλαγιασουν,
οταν ολα ειναι ανυποψίαστα

τοτε κι εσυ.

αυτο που πρεπει να κανεις
ειναι κρυο.

Στους πορους.
Στους σπορους.
Παγος.
Στα τζαμια που κοιτας
ενα αρρωστο ειδωλο.
Παχνη.

Τα συμβολα.

Λεπτη ζαχαρη με τα δακτυλα σχηματισμενη.

Σάββατο, 1 Σεπτέμβριος 2007

Απροσωπο

Απροσωπο, ειναι αυτο που δεν εχει προσωπο.

Το προσωπο ειναι κατι που εχουν πολλα εμβια οντα στο πλανητη μας.
Αν σκεφτεις, διάφορα, οχι οτι διάφορα θελεις, αλλα συγκεκριμενα διαφορα,
συμφωνα με τους κανόνες που σου δινονται για το τι ειναι διάφορο, μπορεις να βρεις πολλα διάφορα οντα με προσωπο.

Το μυρμήγκι εχει προσωπο, ο τσογαδωρος εχει προσωπο, το γωνιακο μαγαζι,
ο μπαροβιος, η μπαντα, η μπαλαντα , η λιακαδα στη ζωγραφια ενος παιδιου.

Και τι με κανει να τα λεω ολα αυτα.
Η καθημερινοτητα του αξυριστου καθρευτη ή η υπαρξη του πραγματικου προσωπου που...
τι κανει... μετραει.

Τιποτα απο τα δυο.

Απλα βλεπω ματια.

Και παντου οπου κι αν βλεπω ματια σχηματιζω προσωπα.

Στις πτυχωσεις της κουρτινας.

Στα νερα απο τα σανιδια της ντουλαπας.

Στο εμπριμε του καναπε.

Down with the faces.

Οχι αλλα προσωπα.

Απροσωπα.

Πέμπτη, 23 Αύγουστος 2007

Αλλαγη


Λεω να το αλλαξω λιγο το μπλογκ.

Και αυτο διοτι ειμαι σε περιοδο που δεν μπορω να σχηματισω ουτε μια μικρη
δημιουργικη προταση.

Ισως και πριν να μη μπορουσα αλλα τωρα ειμαι διαποτισμενος με μια
ολικη αποτυχια.

Αποτυχια

ή αλλιως κακοτυχια.

Οταν προσπαθεις να επιτυχεις πρεπει να ξερεις και τι θελεις,

οταν δεν ξερεις, μπορεις να το πεις αποτυχια ή κακοτυχια ή ακομα και ευτυχια.

Παρασκευή, 22 Ιούνιος 2007

Το Φρεσκοκομμένο Σύκο


Αυριο καλοι μου φιλοι αρχιζουν οι διακοπες. Θα παω σε ενα μικρο νησακι του αιγαιου
και δεν ξερω ποσο θα κατσω (Παω με προοπτικη να μεινω μεχρι τελη αυγουστου).
Νομιζω οτι πρεπει να υπαρχει προσβαση στο ιντερνετ απο εκει ετσι θα προσπαθησω να ανεβασω καμια ιστοριουλα ή ετσι απλα να κανω βολτιτσες στη μπλογκοσφαιρα που και που.
Σας αφηνω με ενα μεγαλουτσικο κειμενο 20 σελιδων (αυτοτελές αποσπασμα απο ανεκδοτο προχειρο μυθιστορημα.)






(Μέρος Πρώτο.) Τα αμάνικα μπλουζάκια.





Αποφάσισα να πάω να βρω την Ειρήνη. Την πήρα τηλέφωνο, ενθουσιάστηκε, μου είπε ότι με περίμενε με ανυπομονησία. Ο Σταυρός με πήγε μέχρι το σταθμό των λεωφορείων με το αυτοκίνητο, με άφησε, με χαιρέτησε και έφυγε.

Αν έχεις γνωστό αυτόν που εκδίδει τα εισιτήρια στα Κτέλ μπορείς εύκολα να επωφεληθείς. Πρέπει βέβαια να εμπιστεύεσαι το γούστο του, από εκεί και πέρα βγάζεις ένα εισιτήριο νωρίς, και του λες, αν έρθει καμία ωραία κοπελίτσα να της δώσει τη διπλανή θέση. Αυτή έρχεται ανυποψίαστη και κάθετε δίπλα σου. Ούτε καν μπορεί να φανταστεί, ότι όλα αυτά που θα γίνουν, είναι μεθοδευμένα. Υπάρχουν βέβαια αρκετοί παράγοντες που μπορεί να αποτρέψουν αυτή την συνάντηση. Όπως για παράδειγμα το λεωφορείο να είναι άδειο και η φίλη μας να καθίσει κάπου πίσω, σε μια κενή θέση ή ακόμα να είναι τόσο γεμάτο που συνεχώς να γίνονται μπερδέματα και να κάθετε ο ένας στην θέση του αλλού.

Είναι πολυ συχνο να νομίζει ο άπειρος επιβάτης ότι η θέση που αναγράφετε στο μικρό μεταλλικό καρτελάκι μπροστά του, είναι η δική του θέση, ενώ αυτή είναι η θέση του μπροστινού του. Ύστερα αυτός που έχει κάνει το λάθος αρνείται να σηκωθει, ενας αλλος τον περιμένει με τα χέρια στη μέση όρθιος και τον κοιτάει σιχασιάρικα ενω από πίσω του σπρώχνει την πλάτη, η γωνία μιας βαλίτσας από κάποιον τριτο που βιάζετε και βλαστημάει την ώρα που αποφάσισε να πάρει λεωφορείο.

Μερικοι αλλοι σφυρίζοντας στεκονται ακόμα στα σκαλιά της πόρτα και δεν μπαινουν στο διάδρομο του λεωφορείο απο ιδιοτροπια. Ένας άλλος τυπος πιέζει το σακάκι του με μανία στις μακρουλές εσοχές που είναι πάνω από τα καθίσματα και του πέφτουν δεκάδες κέρματα και αλλά μικροαντικείμενα στα κεφάλια των συνταξιδιωτών του.

‘Όλοι ανεξαιρέτως παραπονιούνται ότι ο οδηγός δεν ασχολείται καθόλου. Αυτός κάθετε και καπνίζει το τσιγάρο του ήσυχος σε ένα παγκάκι. Γίνονται μικροί καυγάδες υψώνονονται δυο–τρεις φωνές και τελικά βρίσκεσαι να κάθεσαι με μια μεσήλικη παχουλή γυναίκα που τα μπούτια της πιάνουν μιάμιση θέση.

Αυτές όλες οι διαδικασίες της γνωριμίας με τη διπλανη σου, ισχύουν περισσότερο βέβαια για τα μεγάλα ταξίδια που είναι σχεδόν αναπόφευκτο να σου αρνηθούν τον διάλογο. Στα μικρά ταξίδια οι περισσότεροι αποφεύγουνε να γνωρίζονται με τον διπλανό τους γιατί το θεωρούν υπερβολικό να κανείς μια γνωριμία έτσι απροκάλυπτα μόνο και μόνο για την γνωριμία.
Από την άλλη όταν το ταξίδι είναι μεγάλο, υπάρχει πάντα η δικαιολογία ότι μιλάς έτσι απλά για να περάσει η ώρα ευχάριστα.
Δείχνεις στον διπλανό σου να καταλάβει ότι δε του μιλάς επειδή είναι αυτός που είναι αλλά απλά βαρέθηκες να βλέπεις τα ίδια χωράφια να περνάν μπροστά σου χωρίς να σου δίνουν τίποτα. Σε όλα αυτά παίζει μεγάλο ρόλο να υπάρχει και μια ελαφρα παρόρμηση από τον συνομιλητή σου.

Μια τέτοια γνωριμία κάνει καλό σε όλους. Κυρίως δε στους γύρω σου. Είναι μεγάλη ευχαρίστηση από τους μπροστινούς σου, τους πίσω σου και του παραδιπλανούς σου να ακούν τη συζήτηση που κανείς, ειδικά αν καταλάβουν ότι πρόκειται για μια γνωριμία της ωρας. Στήνουν αυτί όλοι με ενδιαφέρουν και παρακολουθούν τι θα πεις πως θα απαντήσεις, τι θέματα θα αναλύσετε και όλα αυτά τα μικρά ουσιαστικά πράγματα της πρώτης γνωριμίας.
Υπάρχει πάντα βέβαια το εμποδιο ενός mp3 ή ενός βιβλίου που καθιστά δύσκολη την πρώτη επαφή . Η διπλανή σου κάθετε και με το που ξεκινάει το λεωφορείο φοράει κατευθείαν τα ακουστικά της, κόβοντας κάθε δίοδο επικοινωνίας.

Τώρα το ταξίδι θα είναι λιγότερο από μια ώρα, έτσι δεν υπάρχει προοπτική για τίποτα τέτοιο

Οι επιβάτες λόγιων-λόγιων περιφέρονται παίρνοντας ένα υπεροπτικό ύφος.

Το χειρότερο στα λεωφορεία είναι οι κύριες με τα αμάνικα μπλουζάκια και τα πλαδαρά μπράτσα, ειδικά όταν κάθονται δίπλα σου και σε ακουμπάνε με αυτά τα μπράτσα. Το κόκαλο του αγκώνα ούτε καν που φαίνεται κι όσο ανεβαίνει το βλέμμα σου προς τα πάνω διακρίνεις σταγόνες που δειλά πέφτουν συμπαρασύροντας η μια την άλλη . Ύστερα οι κύριες βγάζουν την κινεζική βεντάλια και σου προσφέρουν και σένα λίγο αέρα, έτσι στα κλεφτά, καμία φορά ίσως το κάνουν και επίτηδες, για να εξαμβλήνουν το γεγονός του ιδρωμένου μπράτσου. Κατόπιν αφήνουν την βεντάλια πάνω στα ποδιά τους (που στην αρχή του ταξιδιού είναι ενωμένα μεταξύ τους.) Σηκώνουν το μπουκαλάκι με το νεράκι από το διχτάκι μπροστά τους, πίνουν αλαφιασμένες ρίχνοντας ένα βλέμμα στα γύρω καθίσματα και βγάζουν ένα ελαφρύ αναστεναγμό.

Ένας τύπος με πυκνή γκρίζα φαβορίτα και μουστάκι μας ειδοποιεί ότι ξεκινάμε. Κάθετε μπροστά στην μεσαία πόρτα και ελέγχει τα εισιτήρια φορώντας ένα πουκάμισο με σηκωμένα τα μανίκια και νοτισμένο μέχρι χαμηλά στις μασχάλες.
Ανάβω ένα τσιγάρο για να μπω από τους τελευταίους, έτσι κι αλλιώς οι θέσεις είναι προκαθορισμένες δε θα μπορούσα να αλλάξω τίποτα.

Ως συνήθως κάθεσαι με το λάθος άτομο και σκέφτεσαι: «Πέντε λεπτά νωρίτερα να ερχόμουν, ίσως ήμουν δίπλα σε εκείνη την ωραία κοπελίτσα.» Είναι ωραίο να κάθεσαι δίπλα σε κοπέλες στα λεωφορεία επειδή είναι στενά. Αν κάτσεις εσύ πρώτος, από ευγένεια δεν της κοιτάς στα μάτια και συνάμα μαζεύεσαι δείχνοντας ότι έχεις τρόπους . Συνεχίζεις με αυτήν την στρατηγική και μπορεί να μην κοιταχτείτε καθόλου σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού.

Πάντα όμως φαντάζεσαι και νιώθεις το στερνό τους να ανεβοκατεβαίνει, καθώς μυρίζεις το άρωμα τους. Ίσως σε κάποια στροφή να ακουμπήσουν οι γυμνοί αγκώνες και ίσως ακόμα και κάποιο σημείο από τα ποδιά κοντά στα γόνατα. Όσο πιο όμορφη είναι αυτή που κάθετε δίπλα σου τόσο πιο πολύ εστιάζονται οι σκέψεις πάνω στο σημείο που ο ένας αγγίζει τον άλλον . Όσο παραμένεις σε αυτήν την στασιμότητα, που αγγίζεστε, αγχώνεσαι αν πραγματικά γίνεται όλο αυτό το άγγιγμα επί σκοπό και αν αυτή η παραμονή είναι μια απόφαση και των δυο. Έτσι κάποιος πρέπει να κάνει την κίνηση αποστασιοποίησης πρώτος. Αυτή η κίνηση θα πρέπει να γίνει με τρόπο που είναι έμμεσος και δευτερεύον. Θα φαινόταν αδιανόητα προσβλητικό να κανείς απλά την κίνηση αποστασιοποίησης χωρίς να είναι επικαλυμμένη με κάτι άλλο. Ίσως από μια σειρά κινήσεων που κάπου στη μέση θα εμπεριέχει και την αποκοπή της ένωσης των 2 σωμάτων. Τελικά όμως ότι και να γίνει, αυτός που θα υποστεί την αποστασιοποίηση, το παρατηρεί και νιώθει υπερβολικά άβολα που πρώτος ο διπλανός του αποφάσισε να χωριστούν.
Αυτή όλη η διαδικασία είναι δυνατόν να προσβάλει τον συνταξιδιώτη σου, αν εσύ πάρεις αυτήν την κρίσιμη απόφαση. Από την άλλη αν ήδη έχετε εδραιώσει κάποια επικοινωνία τα πράγματα περιπλέκονται όλο και περισσότερο και μπορούμε να οδηγηθούμε σε κατά πρόσωπο παρεξηγήσεις.


Πέταξα το τσιγάρο στην άκρη από το πεζούλι του πεζοδρομίου και μαύρισε καθώς έπεσε μέσα σε ένα μικρό αυλάκι από νερωμένες λάσπες. Έρεε αργά. Μεσα του σχηματίζε ο ήλιος γυαλιστερά τα χρώματα της ίριδας .

Πέρασα μέσα από την μεσαία πόρτα, η θέση μου ήταν προς τα μπροστινά καθίσματα . Έφτασα. Κοίταξα στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος τη θέση 9 . Στο παράθυρο καθόταν ένας νεαρός με γυαλιά. Το πηγούνι του ήταν κακοξυρισμένο. Κάθισα δίπλα του , απέναντι μας ήταν 2 γιαγιάδες που μιλούσαν δυνατά με σκυμμένα κεφάλια δεμένα με μαύρες μαντίλες . Φαίνεται ακόμα ένα άνοστο ζεστό ταξίδι σκέφτηκα ακούγοντας την δυνατή μουσική με τα μεταμοντέρνα λαϊκά που έχουν λίγο μπιτ και λίγο μπουζούκι.






(Δεύτερο Μέρος) Χωρίς αλκοόλ





Κατέβηκα από τον σταθμό και την πήρα τηλέφωνο όπως είχαμε κανονίσει. Ήταν νωρίς το μεσημέρι και όλος ο κόσμος έψαχνε κάποια σκιά για να δροσιστεί.
Περίμενα να είναι ωραία. Όχι πολύ ωραία αλλά από αυτές τις γυναίκες που τις βλέπεις στο δρόμο και θέλεις να κανείς κάτι μαζί τους... Ξέρεις όμως ότι δε θα γίνει τίποτα. Είναι κάποιες κοπέλες έτσι κοινότοπες , που θα ήταν πιθανό να βρεθούν μαζί σου, αλλά είναι αδύνατο μόνο και μόνο γιατί ποτέ δε θα γνωριστείτε.
Μια τέτοια κοπέλα περιμένω να είναι και αυτή. Είναι αυτές οι χαρακτηριστικές κοπέλες με το τζηνάκι και το φουτεράκι που κρύβουν καλά την φλόγα μέσα τους . Το ωραίο κωλαράκι και τα στητά στήθια που κάποιος τυχερός υπό τυχαίες συνθήκες τα χαίρεται. Διότι ούτε είναι ιδιαίτερος, όμως ούτε αυτές ζητάνε τον ιδιαίτερο . Δεν θέλουν να ακούνε παράξενες θεωρήσεις για τη ζωή, ούτε να μπλέκονται σε παράξενες καταστάσεις . Πιστεύουν ότι η «φίλια» είναι μια ανιδιοτελής σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων , ότι η ελευθέρια του ενός σταματάει στην ελευθέρια του αλλού και ότι μπορεί να μην υπάρχει θεός αλλά υπάρχει μια ανώτερη δύναμη. Γενικότερα αυτά που πιστεύουν, όταν θα ειπωθούν σε μια συζήτηση κανείς δε θα διαφωνήσει γιατί είναι αυτά που αποδέχονται όλοι.


Πιθανότατα όμως αυτός είναι ένα καλό παιδί. Κάποιος που τη βγάζει για καφέ στην παράλια, περπατώντας αργά , την πάει για ποτό καθισμένοι σε τραπέζι , σε ταβέρνα για ψαράκι και ακόμα διακοπές στα νησιά , οι δυο τους να βαριούνται τα ρομαντικά γαμήσια. Συζητάν και κουτσομπολεύουν τους περαστικούς από τα στενά άσπρα σοκάκια, τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, τον μπάρμαν του κλαμπ και την γκαρσόνα της καφετερίας. Ύστερα μιλάνε για την σχέση τους , ταχα παρεξηγιούνται και το σβήνουν με λίγο παραπάνω κρασί.
Στην παράλια το βράδυ ερωτεύονται για αλλαγή στην άμμο δίπλα στα βραχάκια, νιώθοντας ότι κάνουν κάτι αξέχαστο. Μετά αυτή σηκώνετε παραπονιέται για την άμμο στο κυλοτάκι αλλά τα ξεχνάει όλα καθώς της λέει: «Σ’ αγαπώ.» Λέει κι αυτή: «Kι εγώ σ’ αγαπώ.» Και όλα είναι όμορφα.


Από τις φωτογραφίες μου φαινόταν κάπως έτσι. Από την άλλη είχαμε μια πιο πνευματική σχέση που μας έφερε σε αυτό το σημείο ώστε να συναντηθούμε. Κατά βάση όμως γυρνούσαν όλα γύρω από το φλερτ. Την συνάντηση ενός άντρα και μιας γυναίκας και ουσιαστικά το σεξ .
Κάποιες φορές είχαμε μιλήσει για σχέσεις και μου είχε πει, ότι κάτι έτρεχε με κάποιον, αλλά το απέφυγε να μιλήσει ειδικότερα. Δε ρώτησα παραπάνω .
Αυτά όλα με έφεραν να περιμένω σε ένα πάρκο ενός νησιού, στο παγκάκι, απέναντι από των υπεραστικό σταθμό των λεωφορείων . Κατά κάποιο τρόπο ήμουν ενθουσιασμένος αλλά και αγχωμένος συνάμα, διότι δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις. Στο απέναντι παγκάκι καθόταν 2- 3 γέροι ρώσοι με κόκκινες μύτες και συζητούσαν έντονα. Η μέρα ήταν καυτή και ο κόσμος γυρνούσε με τα ιδρωμένα κοντομάνικα και τα σορτς ξεφυσώντας . Η πόλη είχε αρκετούς να πηγαίνουν πέρα δώθε. Μαγαζιά με είδη οικοδομικής και μπουτίκ ρούχων, ταμπέλες από δικηγορικά γραφεία, κορναρίσματα, ξανθούς τουρίστες, αγροτικά φορτηγάκια , δεν έμοιαζε με νησί.


Είχα βάλει τα καλά μου και περίμενα σταυροπόδι με ένα τσιγάρο στο στόμα στη σκιά μιας ιτιάς, στο ξεθυμασμένο πάρκο. Όλα τα ρούχα που είχα στο κάμπινγκ, είχαν γίνει κουβάρι μέσα στις βαλίτσες. Βρήκα τελικά να βάλω αυτά που φαινόταν ότι ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Πριν μερικές μέρες είχα ξεχάσει μια βρεγμένη πετσέτα και είχαν πάρει όλα μια στυφή μυρωδιά. Tο κάλυψα όσο μπορούσα με ένα φτηνό αποσμητικό σπρέι που δανείστηκα από τον Ηλία.

Την περίμενα από στιγμή σε στιγμή και σε κάτι τέτοιες καταστάσεις δε ξέρεις πως ακριβώς πρέπει να φερθείς . Να της έδινα το χέρι...Nα την φιλούσα σταυρωτα...Ή να την χαιρετούσα απλά με ένα φιλικό νεύμα;
Ύστερα, έχουμε συζήτηση αρκετές ώρες, αλλά όλα ήταν σαν ψέμα από καλώδια, οθόνες και 14αρια greeklish Arial γραμματάκια. Αν την φιλούσα σταυρωτά, θα είχα την ευκαιρία να την μυρίσω και να έχω μια πληρέστερη πρόβλεψη για το τι θέλω από αυτήν. Από την άλλη, με αυτό δείχνεις μια επιθετικότητα. Σε μερικές αρέσει, άλλες πάλι τις τρομάζει .
Η χειραψία παραείναι τυπική και το νεύμα απόμακρο. Ίσως θα μπορούσα με το που έρθει, να της δώσω μια σφαλιάρα δυνατή στο πρόσωπο και μόλις πέσει κάτω, μια κλοτσιά στη κοιλιά για να την αποτελειώσω.


Δεν ήξερα από πού θα έρθει και κοιτούσα γύρω-γύρω. Τελείωσε το πρώτο τσιγάρο και άναψα ακόμα ένα στηρίζοντας το ανάμεσα στα χείλι μου. Έτσι είχα αποφασίσει ότι θέλω να με θυμάται στην πρώτη της εντύπωση. Βέβαια ποτέ δε θυμάσαι ακριβώς πως είναι ο άλλος την πρώτη στιγμή που θα τον δεις, παρά μόνο κάθε τόσο μεταλλάσσεται η ιστορία, όσο περνάει ο καιρός αλλάζεις και εσύ μαζί με τις εικόνες του παρελθόντος.

Από το ιντερνετ μπορείς να φαντασιώνεσαι διάφορα, ομως λεπτομέρειες όπως περπάτημα και κινήσεις δε μπορείς ποτέ να μαντέψεις. Μου είχε στείλει πολλές φωτογραφίες. Μου είχε στείλει μάλιστα μια που ήταν κάθετα κομμένη και αχνοφαινόταν ένα μάγουλο δίπλα στο δικό της . Εγώ της είχα στείλει αυτές που φαινόμουν πιο φυσιολογικός. Ίσως και αυτή το ίδιο. Όταν βλέπεις φωτογραφίες μέσα από το ιντερνετ πρέπει να υπολογίζεις πάντα το χειρότερο γιατί όλοι στέλνουν την καλύτερη που έχουν ή ετσι νομιζουν τουλάχιστον.

Τελικά ότι και να γίνει χαίρομαι που έχω έρθει εδώ και βυθίζομαι σε όλη αυτή τη διαδικασία της εφηβείας, με το να σκέφτομαι και να αναλύω πως θα της φερθώ. Βέβαια πραγματικά ξέρω ότι , ότι και να γίνει μόλις πιω τα 3-4 ποτηράκια της ημέρας θα θέλω να την γαμήσω όπως και να χει. Όλο αυτό όμως ήταν ωραίο και φαινόταν ανιδιοτελές. Να μιλήσεις, να γνωρίσεις το άγνωστο, να πεις για σένα να ακούσεις την κοπέλα. Να σου πει τι χαζάκια έκανε στο δημοτικό. Για την οικογένεια της και για ένα παλιό γκόμενο που ήτανε ρεμάλι, της φερόταν άσχημα και έπαιρνε ναρκωτικά.


Την είδα ξαφνικά. Ήρθε από τα δεξιά και προσπέρασε από μπροστά μου. Όλο αυτό στην πραγματικότητα ήταν ένα τρικ γιατί πριν προλάβω να τη φωνάξω γύρισε το κεφάλι χαμογέλασε και μου έκανε ματιά. Φορούσε ένα στενό ανοιχτό μπλε τζιν παντελόνι, μαύρα μποτάκια με τακουνάκι και ένα άσπρο πουκάμισο. Ήταν αρκετά ψηλή με καστανά μαλλιά κάτω από τους ωμούς, περιποιημένα με φράντζα προς τα δεξιά και από πάνω τους γυαλιά ήλιου. Της χαμογέλασα κι εγώ . Ήθελα ήδη να την πάρω και χωρίς αλκοόλ.






(Μέρος Τρίτο) Ειρήνη





Μαζί μου είχα μια τσάντα πολύχρωμη πλεχτή από αυτές που φοράνε στην πλάτη, ένα κόκκινο μαγιό, ένα μποξεράκι, δυο ζευγάρια κάλτσες και 3-4 τι-σερτ. Κάθισε δίπλα μου. Χαμογελούσαμε.

«Με γνώρισες κατευθείαν; Έτσι;»
«Ναι.» Μου είπε.

Δε μπορούσε να μου φύγει το χαμόγελο. Άναψα ένα ακόμα τσιγάρο . Άναψε και αυτή ένα. Της έδωσα φωτιά.
«Λοιπόν…» Εκανε πλέκοντας τα δάχτυλα της στα ενωμένα ποδιά της.
«Ωραία…Ήρθα τελικά»
« Ναι, τελικά συναντηθήκαμε.» Μου είπε.
«Θα πάμε κάπου να καθίσουμε;»
«Πάμε να πιούμε καφέ;» Με ρώτησε και πέρασε το νυχάκι από τον δείκτη της πάνω από τα κάτω δόντια της.
«Πάμε.» Σηκώθηκα πρώτος. Έβαλα την τσάντα μου στο ωμό και περπατήσαμε δίπλα-δίπλα. Προσπάθησα να καταλάβω αν ταιριάζαμε στο παρουσιαστικό. Μάλλον όχι.

Κατευθυνθήκαμε στη κεντρική πλατειά του νησιου. Από ότι μου είπε εκεί ήταν μαζεμένες όλες οι καφετερίες . Είχε πολύ κόσμο που καθόταν για τον μεσημεριανό καφέ του. Τα μαγαζιά μπορούσες αν ήθελες, και είχες την όρεξη και τον χρόνο, να τα ξεχωρίσεις. Μερικά ήταν για τους μεσήλικες επαρχιώτες που πλέων ήταν κατασταλαγμένοι στην ζωή τους, ήξεραν πώς να πιάνουν το καφέ και πώς να παραγγέλνουν ακόμα ένα νεράκι. Εκεί, από ότι μου φάνηκε δούλευαν οι πιο όμορφες γκαρσόνες. Μερικά αλλά, ήταν για μοντέρνους νέους με μοντέρνα μαλλιά και ρούχα, ενώ κάποια αλλά για νέους διάφορους που δε έδιναν τόση σημασία στη μόδα. Τελευταία ήταν κάποια αλλά, πιο πρόχειρα που μαζευόταν έφηβοι φρεσκοσχολασμένοι μαθητές. Τελικά πήγαμε σε ένα που ήταν για τους μοντέρνους νέους. Καθίσαμε σε ορθή γωνία σε ένα τραπεζάκι. Μιλούσαμε και με κοιτούσε συχνά στα μάτια. Είπαμε για το νησί και τον κόσμο που πηγαίνει διακοπές.
Έμενε εδώ μονο λίγο καιρό και δούλευε σε ένα νοσοκομείο καθώς είχε σπουδάσει νοσηλευτική . Έκανα χιούμορ για τις στολές που φοράνε και γέλασε αν και ήταν τετριμμένο. Δεν ένιωθα άβολα και αυτό ήταν καλό. Δεν ήξερα ακόμα που θα μείνω αν θα με φιλοξενούσε ή αν θα εμένα σε ξενοδοχείο . Μπορεί και να έφευγα, τίποτα δεν ήταν σίγουρο.

Μου ανέφερε ότι είχαν έρθει να τη δούνε, επίσης αυτές τις μέρες, μια φίλη της, με τον αρραβωνιαστικό της. Δεν ήθελα να γνωρίσω γνωστούς της, αλλά δε το έδειξα με την πρώτη. Ήταν γλυκούλα . Κινούταν ήρεμα . Όταν σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα, παρατήρησα τον κώλο της. Αν φτάναμε στο κρεβάτι, θα έπρεπε να είχα δει τον κώλο της από απόσταση, αν δε το κανείς αυτό είναι γρουσουζιά ή κάτι τέτοιο.

Φορούσε ένα στενό τζιν και τα ποδιά της ήταν λεπτά. Ο κώλος ήταν ικανοποιητικός. Ένας κλασσικός 29χρονος κώλος . Και όπως έλεγε και ο Πέτρος: «Αν η γκόμενα έχει ωραίο κώλο όλο το σώμα θα είναι ωραίο»

Κάπως έτσι είναι αυτές οι συναντήσεις που συμβαίνουν χωρίς λόγο και φαίνονται λες και δεν ήταν μέσα στο πεπρωμένο σου να συμβούν. Είναι αυτές που λέμε τραβηγμένες από τα μαλλιά. Που, αν και όλοι οι οιωνοί σου δείχνουν ότι δε πρέπει να γίνουν, εσύ επιμένεις και τελικά γίνονται. Οι οιωνοί μπορεί να μην είναι ευδιάκριτοι αλλά ξέρεις ότι υπάρχει μια κοσμική αποτροπή για το συγκεκριμένο γεγονός . Συνεχεία πριν από το συμβάν έχεις ευκαιρίες να το αποφύγεις και να πάρεις παράλληλους δρόμους, αλλά εσύ επιμένεις συνεχώς παραποιείς τα γεγονότα διαλέγεις κάτι διαστρεβλωμένες παρακαμπτηρίους ατραπούς και συνεχώς κυνηγάς αυτά τα γεγονότα, λες και θα σου προσφέρουν κάτι, ή λες και αξίζει η προσπάθεια. Στην πραγματικότητα δεν μοιάζει με δρόμο και παράλληλα μονοπατάκια, αλλά περισσότερο με σκάψιμο προς τα κάτω. Ίσως η ίδια η προσπάθεια ανάλυσης να είναι ο μοναδικός υπαίτιος σε όλα αυτά.
Έτσι σκάβεις βαθύτερα όπως οι ανθρακωρύχοι που θέλουν να μείνουν για πάντα εκεί. ‘Oχι για άλλο λόγο αλλά επειδή τους αρέσει και περνάνε μια χαρά στα σκοτεινά λαγούμια. Σκάβουν όλο και πιο βαθιά σε μερη που δε μπορούν να αναπνεύσουν. Το ξέρουν όμως ότι κάπου εκεί κρύβετε αυτό που ψάχνουν, αυτό που θα καταλήξει όλη την αναζήτηση τους . Σκάβουν και σκάβουν με τις λιγοστές δυνάμεις που τους απομένουν όμως τίποτα , κανένα στοιχείο παραπάνω δε βρίσκεται για να τους δικαιολογήσει την ύπαρξη τους σε εκείνο το σημείο. Παρ’ όλα αυτά, το γνωρίζουν ότι είναι σε ένα κύκλο, ότι έχουν εισβάλει για να βρουν τη λύση στο γεγονός που διέπει την ίδια την εισβολή τους . Καμία φορά νομίζουν ότι απλώς σκάβουν οριζόντια και ούτε καν με κλίση προς τα κάτω, αλλά προς τα πάνω. Έχουν περάσει πλέων χρόνια και τώρα, ίσως με ντροπιασμένα πρόσωπα, σκάβουν από συνήθεια. Σκαλίζουν μερικές γυαλάδες στο τοίχο, αλλά τίποτα σε αυτό το ορυχεία δεν είναι πια σημαντικό. Χάνετε η δουλειά τους , τα χέρια τους βγάζουν φουσκάλες και η πνευμονοκονίαση τους σφυροκοπάει τα στήθια όπως αυτοί το έδαφος. Εξαντλημένοι όλο και χαμηλώνουν τον ρυθμό τους. Βαδίζουν, εξουθενωμένοι μέσα στις σήραγγες με αργά βήματα σχεδόν σημειωτόν , πότε-πότε ρίχνουν μια με την αξίνα στα τοιχώματα, πασπατεύουν το ταβάνι με τα τραχιά από την προσπάθεια δάχτυλα τους και ξαπλώνουν να αναλογιστούν την μεγάλη αναζήτηση και την επιτυχία τους. Ελπίζουν ότι, η προσπάθεια είναι αυτή που μετράει. Αλλά αυτή η ελπίδα έχει γίνει η ίδια η προσπάθεια και είναι αφόρητη πλέον. Ο δρόμος της επιστροφής είναι πολύ δύσκολος.

Αν βέβαια βάλουν τα δυνατά τους είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα βρουν διέξοδο και θα δουν πάλι το φως της αγνοίας σαν την μέρα της έναρξης της αναζήτησης τους, αλλά ποιος θέλει να εμφανιστεί με καθόλου λάφυρα από αυτήν την πολύχρονη ανασκαφή. Την έχουν αποκλείσει αυτήν την εκδοχή σαν το χειρότερο εφιάλτη τους . Τους τρομάζει ακόμα περισσότερο και από το ανισόρροπο ταβάνι τα αιωρούμενα τοιχώματα και το αδύναμο έδαφος .

Το γυρίσαμε στις μπύρες. Πίναμε, καπνίζαμε, γελούσαμε. Ήταν ωραία. Σε κάποια φάση αποφασίσαμε ότι θα έπρεπε να πάμε για φαγητό. Σηκωθηκαμε και περπατησαμε στο δρομο. Δεν ήταν καιρό στην πόλη και δεν ήξερε πολύ καλά τα μέρη. Ο ήλιος είχε πέσει. Διάκρινες τα σύννεφα μέσα από τα διαστήματα των πολυκατοικιών. Καθώς βαδίζαμε με έπιασε αγκαζέ. Βρήκαμε μια ταβέρνα και καθίσαμε. Μερικοί φοιτητές σε ένα διπλανό τραπέζι είχαν κιθάρες, μπουζούκι και τραγουδούσαν. Παραγγείλαμε να φάμε αλλά δεν είχα όρεξη. Όταν περνάω καλά δε πεινάω. Πήραμε ένα λίτρο ημίγλυκο και άρχισα να νιώθω πολύ καλύτερα. Στο δεύτερο λίτρο άρχισα να λέω για την εφηβεία μου και τα κατορθώματα μου. Δεν χαλιόταν και έτσι πως καθόμουν σταυροπόδι έβαλε τον αγκώνα της πάνω στο γόνατο μου. Ήμουν αισιόδοξος ότι όλα θα πάνε καλά και άρχισα να το παίζω λίγο πιο απόμακρος. Σε κάποια φάση χτύπησε το κινητό της.

«Θα έρθει η φίλη μου, με τον αρραβωνιαστικό της. Σε πειράζει;»
«Όχι.» Είπα. Δεν ήθελα με τίποτα να γνωρίσω φίλους της . Βασικά έφταιγε όλο αυτό το κόλπο με το ιντερνετ. Όπως και να έχει δεν είναι πολύ φυσιολογικό να γνωρίζεις έτσι ανθρώπους.
«Τι γνώμη έχεις για αυτό που κάνουμε;» Τη ρώτησα.
«Ποιο;»
«Να αυτό τον τρόπο που γνωριστήκαμε.»
«Τι να σου πω. Τώρα που ειδωθήκαμε από κοντά… είναι σαν να μην είχαμε πει τίποτα πριν. Σαν να γνωριζόμαστε τώρα .»
Συμφώνησα με αυτήν την άποψη και κάναμε «Γεια μας» .


Η φίλη της ήταν μια στρουμπουλή που εισήρθε αεράτη από την είσοδο ανάμεσα από τα φυτά του μαγαζιού. Ο αρραβωνιάρης ακολουθούσε από πίσω, κοιτώντας κι αυτός προς το μέρος μας .
«Α, νάτοι.» Μου είπε η Ειρήνη κι άρχισε να χαμογελάει απομακρύνοντας τον αγκώνα της από το γόνατο μου.
«Ξέρουνε πως και τι;» Ρώτησα συνωμοτικά. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
Ήρθαν αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και με σύστησαν. Ήταν συμφοιτητές παλιά και είχαν προφανώς πολλές κοινές εμπειρίες .

Στο μισάωρο ένιωθα εντελώς ξένος. Που και που η Ειρήνη με κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι της με τρόπο που σήμαινε: «Όλα εντάξει.»
Ήταν καλή την είχα συμπαθήσει.
Ο αρραβωνιάρης ήταν ψηλός με μουσάκι και πρέπει να είχε αρκετά προβλήματα. Το κύριο θέμα του τραπεζίου ήταν, ότι θα παντρευόντουσαν σε λίγο καιρό. Το γκαρσόνι τους είχε φέρει ποτήρια για το κρασί και κάναμε όλοι: «Γεια μας να ζήσετε». «Να ζήσουμε» είπε μεταξύ του το ζευγαράκι και κοιτάχτηκαν με μια λάγνα απογοήτευση.

Με ρωτούσαν διάφορα και απαντούσα κάπως ανόρεκτα. Είχα κατεβάσει αρκετό κρασί. Η φίλη ήταν ενθουσιασμένη με τον γάμο και έλεγε για νυφικά , για γραφικά εκκλησάκια και για συγγενείς που δεν τους ήθελε στο γάμο αλλά ήταν αναγκασμένη να τους καλέσει. Σε κάποια φάση με ρώτησαν αν είχαμε γνωριστεί από το ίντερνετ. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και είπα πως είχα έρθει να δω ένα φίλο μου στο νησί και επί της ευκαιρία να γνωρίσω και την Ειρήνη.

«Ναι μιλούσαμε πολύ καιρό.» Εξήγησε αυτή. «Όταν ήμουν βραδινή και σχολνούσα τα χαράματα από την δουλεία τα λέγαμε σχεδόν κάθε μέρα , είχαμε αλλάξει και αριθμούς και καμία φορά μιλούσαμε και από το τηλέφωνο.»

Η συζήτηση πήγε πάλι στους γάμους. Οι διπλανοί φοιτητές έπαιζαν κάτι παλιά τραγούδια και αφοσιώθηκα εκεί. Το κρασί πινόταν εύκολα. Η Ειρήνη ποτέ-ποτέ με κοιτούσε πως έπινα. Κάποτε όταν το ζευγάρι φιλιόταν μου το ανέφερε.

«Πολύ πίνεις.»
«Είναι τρύπιο το ποτήρι.» Είπα, γιατί δεν είχα τίποτα πιο επιτυχημένο να πω εκείνη την ώρα.
Η φίλη κουνούσε πέρα δώθε τα χέρια της κρατώντας συνεχεία ένα σβηστό σλίμ τσιγαράκι ανάμεσα στα δάχτυλα με τα βαμμένα κόκκινα νύχια. Είχε καταλάβει ότι ήμουν λίγο σπασμένος και εγώ δε το έκρυβα.

«Έχεις ξανάρθει στο νησί Λέων;»
«Ναι το ’62» Είπα. «Είχα έρθει να διοργανώσω μια εκδήλωση με θέμα την χεγκελιανή διαλεκτική σε σχέση με τον αισθητική του μη όντως."
«Το ’62.» Είπε με απορία .
«Α, πλάκα κανείς.» Χαμογέλασε με επιφύλαξη και σούφρωσε τα ανύπαρκτα φρύδια της . Εγώ την κοίταξα σοβαρά. Η Ειρήνη με υπερασπίστηκε κάπως.
«Πλάκα κάνει μωρέ.»

Η φίλη αντιπαρήρθε , δε με πήγαινε ούτε κι αυτή. Ύστερα εξήγησε ότι έπρεπε να πάμε σε ένα άλλο φίλο τους, που είχε μια κρεπερί για να δούνε κι αυτόν και μετά μπορούσαμε να πάμε όπου θέλαμε. Πληρώσαμε βερεσέ και φύγαμε.
Στον παραλιακό δρόμο που δέσποζε ένας μεγάλος φάρος, είχε αρκετό κόσμο που έκανε την βολτούλα του. Την είχα ακούσει αρκετά από το κρασί, αλλά δεν ήξερα ακόμα πως θα κυλούσε η νύχτα. Η Ειρήνη με είχε συμπαθήσει. Από ότι φαντάζομαι ήθελε να με φιλοξενήσει, αλλά δεν ήταν εντελώς σίγουρη. Περπατούσε μπροστά με την φίλη της και εγώ από πίσω με τον αρραβωνιαστικό. Ήμασταν από την ίδια πόλη και αρχίσαμε να λέμε για τα παπάκια, τις σέμπρινκ εξατμίσεις τα φλάι και τις διάφορες αλητείες που είχαμε κοινές εκείνα τα χρόνια. Από αυτά που έλεγε φαινόταν ότι ήταν τσακαλάκι μικρότερος αλλά τώρα είχε μπει σε άλλες διαδικασίες .
« Θα ανοίξουμε πιτσαρία. Δε θα έχει τραπέζια μέσα , θα δουλεύει μόνο παραγγελιές. Θα αγοράσω κι ένα μηχανάκι και θα της πηγαίνω.»
«Μάλιστα.» Είπα.

Στην κρεπερί έπαιζε τέρμα σκυλάδικα. Πήρανε και φάγανε από ένα γλυκό και τα λέγανε με τον φίλο τους, τον ιδιοκτήτη. Με σύστησαν κι εμένα , κάθισα λίγο και ύστερα βγήκα έξω στο δρόμο να παρατηρήσω λίγο την πόλη για να έχω κάτι να θυμάμαι . Άναψα ένα τσιγάρο. Η Ειρήνη γυρνούσε και με κοιτούσε μεσα απο τη τζαμαρια. Ξαναμπήκα, ξαναβγήκα ήταν λίγο υπερβολικό αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ στενά μέσα στο μαγαζί. Τελικά μετά από λίγο μόλις τελείωσαν το γλυκό τους και ήπιαν τα νεράκια τους σε πλαστικά ποτηράκια από τον ψύκτη, βγήκαν έξω.

«Εσύ Λέων , που θα μείνεις;» Με ρώτησε κατευθείαν η καριόλα η φίλη.
Έκανα πως δεν άκουσα .Τελικά είπα «Ε;»
«Θα μείνεις εδώ σήμερα;» Με ξαναρώτησε με πηγαίο ενδιαφέρων.
Η Ειρήνη πήρε την πρωτοβουλία έβγαλε το κινητό της από την τσάντα και κοίταξε την ώρα.
«Λεωφορείο δεν έχει άλλο, το τελευταίο φεύγει σε 10 λεπτά και δε το προλαβαίνουμε.»
«Ναι εδώ θα μείνω. Θα δω. Μάλλον θα πάω σε κάποιο ξενοδοχείο. Αλλά εντάξει…» Συνέχισα « Πάμε να πιούμε κανένα ποτάκι και βλέπουμε.»
«Εμείς.» Είπε η φίλη και αγκάλιασε τον αρραβωνιαστικό. «Είμαστε κουρασμένοι μάλλον θα πάμε σπίτι.» Το ζευγάρι από ότι κατάλαβα είχε κάτι συγγενείς εδώ και θα μένανε εκεί.
«Α» έκανα.
Τελικά χωρίσαμε . Φιλήθηκαν και η Ειρήνη υποσχέθηκε να τη πάρει αύριο το πρωί τηλέφωνο.
Χάρηκαν που με γνώρισαν και αποχώρισαν.

Τους βλέπαμε να ξεμακραίνουν στο δρόμο . Η Ειρήνη γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε. Τέντωσε το κορμί της .
«Που θες να πάμε;» Mε ρώτησε. Ήθελα να της πω αυτό που σκεφτόμουν αλλά τελικά είπα: «Πάμε σε κανένα μπαράκι.»

Βρήκαμε ένα σκοτεινούτσικο και κάτσαμε σε ένα τραπέζι. Είχα καιρό να κάτσω σε τραπέζι σε μπαράκι, με κοπέλα, οι δυο μας. Αυτή παρήγγειλε ούρσους με πάγο και εγώ κονιάκ σε χαμηλό με ένα πάγο και ένα λεμονάκι.
«Μετά από κρασί κονιάκ;»
Της έκλεισα το μάτι χαμογελώντας. Ήθελα να το παίξω λίγο βαρύς αλλά μου είχε φύγει η κακή διάθεση. Ένιωθα πολύ καλύτερα τώρα. Μας έφεραν τα ποτά .

«Συγνώμη κοπελιά.» Φωναξα στην γκαρσόνα μολις εκανε να φυγει.
«Το παγάκι το βάλαμε κι έλιωσε.» Μου είπε αυτή πανω απο τον ωμο της.
«Δεν είναι αυτό , το λεμονάκι ξέχασες.» Μου πήρε το ποτήρι και μου το ξαναέφερε με μια φέτα λεμονάκι.

«Πως σου φάνηκαν τα παιδία.» Ρώτησε η Ειρήνη στραβωνοντας λιγο το κεφαλι. Οσο περνουσε η νυχτα γινοταν πιο ομορφη.

«Μια χαρά… Είναι αυτή η φάση όμως… Ξέρεις που γνωριστήκαμε με παράξενο τρόπο… Και νιώθω κάπως αμήχανα.»

Καθόμασταν δίπλα-δίπλα, έπαιζε κάτι ελαφρά ροκ και η ατμόσφαιρα δεν ήταν άσχημη. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και ο καθένας ασχολιόταν με την παρέα του ή με τον δεσμό του.
«Γιατί βάζεις λεμόνι στο κονιάκ;»
«Δοκίμασε.» Την παρότρυνα. Πήρε το ποτήρι μου από το τραπέζι με χάρη. Ήπιε. Έγλειψε τα χείλι της. Της φάνηκε καλό. Πήραμε και δεύτερη γύρα. Κι αυτή δεν είχε πιει λίγο απόψε. Μιλούσαμε, γελούσαμε.

«Μένω με άλλες δυο φίλες μου.» Άρχισε να μου λέει. «Στο έχω πει, θυμάσαι».
«Ναι.»
«Η μια λείπει, έχει πάει να δει τον φίλο της και είναι το δωμάτιο της κενό…εντάξει…» Συνέχισε να λέει κάνοντας κύκλους το δείκτη της στα χείλι του ποτηριού « Μπορώ να κάτσω εγώ στο δωμάτιο της και εσύ να μείνεις στο δικό μου.» Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε .
«Εντάξει.» Απάντησα. Ήθελα να της χαϊδέψω τα μαλλιά, αλλά δε το έκανα . Η ιδέα να πάω σπίτι της ήταν καλή. Δε θα πλήρωνα ξενοδοχείο και κατ΄ επέκταση μπορεί να γαμηθούμε. Πλήρωσα όλα τα ποτά και ξεκινήσαμε για το σπίτι.




(Μέρος Τέταρτο) Το Φρεσκοκομμένο Σύκο





Βαδιζαμε στα ημινησιώτικα σκοτεινά σοκάκια. Είχαμε σοβαρέψει κάπως . Την ρώτησα αν έχει τίποτα να πιούμε στο σπίτι .
«Έχω μισό μπουκάλι σαμπούκα.» Ξίνισα
«Ας πάρουμε καμία μπύρα από το περίπτερο.»

Σταματήσαμε σε ένα περίπτερο που διανυκτέρευε και πήραμε 4 μπύρες. Ο περιπτεράς μας τις έβαλε μέσα σε μια σακουλίτσα. Φτάσαμε σπίτι, σχεδόν χωρίς να μιλάμε καθόλου. Άνοιξε την πόρτα και μου ήρθε μια μυρωδιά από αποξηραμένα αρωματικά φύλλα. Το δωμάτιο της φίλης που ήταν εκεί, είχε κλειστή πόρτα . Το σπίτι ήταν συμπαθητικό και έμοιαζε φοιτητικό. Πήγαμε στο δωμάτιο της . Πέταξα την τσάντα και κάθισα στο κρεβάτι ανοίγοντας μια μπύρα. Άναψα ένα τσιγάρο και την περίμενα να έρθει από την τουαλέτα. Στο δωμάτιο είχε ένα γραφείο με υπολογιστή μια ντουλάπα μπεζ και κάτι αφίσες ρομαντικές με γυναίκες να μυρίζουν τριαντάφυλλα .

Το κρεβάτι ήταν κολλητά σε μια μεγάλη τζαμαρία και από κάτω φαινόταν κάποια μάκρυνα φώτα, από πάνω τους το φεγγάρι και διάσπαρτα αστράκια. Έβγαλα τα παπούτσια και προσπαθούσα να δείξω άνετος. Ήρθε και κάθισε δίπλα. Της άνοιξα μια μπύρα, κάναμε ένα άτονο «Γεια μας» με τα τσίγκινα κουτάκια.

«Πως σου φαίνετε το δωμάτιο μου;»
«Καλό. Από εδώ μου μιλάς;» έδειξα το pc .
«Ναι.» Χαμογέλασε . Ήρθε η ώρα να κάνω κάποια κίνηση . Το θέμα είναι ότι ποτέ δε μπορείς να ξέρεις ποτέ είναι η κατάλληλη στιγμή για να κανείς την κίνηση. Η διαδικασία μοιάζει με ένα καρδιογράφημα. Υπάρχουν σημεία έξαρσης και σημεία καμπής. Αν κινηθείς εκείνη ακριβώς την στιγμή που βρίσκετε η επικοινωνία σας στο σημείο έξαρσης, όλα πάνε καλά. Αν την κανείς σε λάθος στιγμή μπορούν να καταστραφούν μια για πάντα. Βέβαια ποτέ δε ξέρεις πότε συμβαίνει τι. Οι στιγμές αλλάζουν πολύ γρήγορα, ίσως από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο. Εγώ σαν άντρας, είμαι πάντα έτοιμος. Αυτή, από την άλλη, οποία στιγμή και να το διαλέξει θα είμαι διαθέσιμος . Για αυτήν δεν ισχύει το ίδιο, την μια στιγμή ίσως θέλει και την επόμενη όχι. Ίσως όλα είναι προκαθορισμένα. Ίσως ακόμα ασυναίσθητα να διαλέγει τις στάσεις του σώματος που θα πάρει, έτσι ώστε να σου δώσει τα σημάδια για να προχωρήσεις ή να αποχωρίσεις . Τελικά το μόνο σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν υπάρχουν φόρμουλες και όλα είναι εντελώς αφημένα στην χαώδη τυχαιότητα.

«Τι σκέφτεσαι;»
«Τίποτα» Σήκωσα το χέρι μου και έκανα να της χαϊδέψω τα μαλλιά.
Δυσανασχέτησε και τραβήχτηκε. Ξανάφερα το χέρι μου πίσω. Έπιασα το τσιγάρο, τράβηξα μια τζούρα και ήπια μια μεγάλη γουλιά μπύρα.
«Λέων.» Είπε και πήρε μια σοβαρή έκφραση .
«Ξέρεις τα έχω με ένα παιδί. Τον λένε Γιάννη και είναι φαντάρος. Εντάξει ήθελα να γνωριστούμε. Μου αρέσει πολύ που μιλούσαμε από το ίντερνετ και νιώθω ότι με καταλαβαίνεις και ότι επικοινωνούμε. Όμως δεν θέλω να κάνω κάτι που θα το μετανιώσω αργότερα.» Κοιτούσε την αφίσα στο τοίχο. Συνέχισε. «Σου είπα να έρθεις εδώ, αλλά δε θέλω να το παρεξηγήσεις.» Έκανε μια παύση . Περίμενα .
Κοίταξε λίγο το δωμάτιο έφερε τα μάτια της πάνω μου και ύστερα τα γύρισε στην αφίσα και μετά στα χέρια της, στριφογυρνούσε την μπύρα μέσα στα δάχτυλα της.
«Μου άρεσε που βγήκαμε και περάσαμε ωραία. Εντάξει και επειδή σε κάλεσα να έρθεις να με βρεις και να γνωριστούμε...είναι καθήκον μου να σε φιλοξενήσω και να μην πληρώνεις ξενοδοχείο.» Έκανε ακόμα μια παύση. Περίμενα .
Πήγα να μιλήσω και παράλληλα πήγε να μιλήσει κι αυτή.
«Πες.» Tης είπα.
«Όχι, όχι πες μου εσύ.»
«Πες αυτό που ήθελες να πεις και μετά θα πω και εγώ.» Tης ξαναείπα.
«Έλα πες μου εσύ αφού άρχισες.» Επέμεινε.
«Κοιτά απλά ήθελα να πω ότι αν έχεις πρόβλημα θα φύγω δε με πειράζει.»
«Όχι ,όχι μη φύγεις ,απλά να ξέρεις ότι δε γίνετε να το προχωρήσουμε.»
«Κοίταξε δε πήγα να προχωρήσω τίποτα. Απλά ήθελα... τέλος πάντων.» Έχυσα λίγο ακομη μπύρα μέσα στο στόμα μου.
Τις ήξερα αυτές τις στιγμές. Δε θα έπρεπε να επιτεθώ τώρα και να πω άσχημα πράγματα για να την προσβάλω και ίσως να νιώσω ότι περνώ το αίμα μου πίσω. Προσπάθησα να αλλάξω συζήτηση. Άρχισα να μιλάω για λογοτεχνία αλλά δεν ήξερε πολλά. « Γράφω ένα διήγημα.» Tης είπα. Έκανε πως έδειχνε ενδιαφέρων. «Αυτή την περίοδο διαβάζω Ρώσους.»

Νομιζα ότι αν ήξερε περισσότερα για μένα θα έπρεπε να με ήθελε. Τελικά παράτησα και αυτήν την σκέψη. Πιάσαμε κανα-δυο αλλά θέματα περί ζωής αλλά δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε πολύ. Πρέπει να έδειχνα λίγο στραβωμένος, μιλούσα λίγο υπεροπτικά.
Σε κάποια φάση πήρε τις φόρμες της από την ντουλάπα πήγε στο διπλανό δωμάτιο που ήταν της φίλης που έλειπε, για να αλλάξει. Όταν γύρισε γονάτισε να βάλει ένα cd στο cd-player που ήταν στο πάτωμα και είδα ενα μικρο σημείο από το κόκκινο κιλοτάκι της . Γύρισε έτσι γονατιστή και με κοίταξε.
«Τι να βάλω;» Mε ρώτησε σχηματίζοντας μια έκφραση απορίας με το πρόσωπο της . Το κλίμα ήταν κάπως βαρύ και είχα ξενερώσει , η δεύτερη μπύρα τελείωνε.
«Ότι θέλεις.»
Έβαλε κάτι έντεχνα ελληνικά και ήρθε πάλι να κάτσει δίπλα μου με τις γκρι φόρμες της. Τεντώθηκε και τα στήθια της τεντώθηκα κι αυτά.
«Τι έχεις;» Mε ρώτησε.
«Τίποτα , μια χαρά είμαι.» Έκανα πως χαμογελάω.
«Βασικά να σου πω.» Άρχισε να λέει και ανοιγόκλεισε τις βλεφαρίδες της. «Σου έχω πει ότι έχω ένα πρόβλημα στη μέση;»
«Όχι.»
«Λοιπόν έχω ένα πρόβλημα στη μέση, και το κρεβάτι αυτό είναι ειδικό ανατομικό.. και μου είναι δύσκολο να κοιμηθώ σε άλλο κρεβάτι.»
«θέλεις να πάω εγώ μέσα;»
«Όχι. Εντάξει δε θέλω να λέει η συγκάτοικος ότι βάζω ξένους να κοιμηθούνε στο δωμάτιο της , είμαστε και λίγο μαλωμένες αυτήν την περίοδο. Απλά έλεγα ότι αν δεν σε πειράζει να κοιμόμουν κι εγώ εδώ. Εντάξει είναι μεγάλο.» Χαμογέλασε.
«Όχι τι να με πειράζει.»


Πήγα στην τουαλέτα έβγαλα το παντελόνι μου και έβαλα το μαγιό μου γιατί δεν είχα τίποτα άλλο. Γύρισα και έκανα την εμφάνιση μου. Με κορόιδεψε και μιλήσαμε λίγο ακόμα πριν αποφασίσουμε ότι ήταν ώρα να κοιμηθούμε. Εγώ ξάπλωσα από μέσα στο παράθυρο , αυτή σηκώθηκε να σβήσει τα φώτα.
«Την μουσική να την αφήσω;»
«Όπως θέλεις.»
«Μπορώ να το ρυθμίσω να κλείσει σε μίση ώρα»
«Εντάξει»

Έσβησε το φως και ήρθε να ξαπλώσει δίπλα μου, είχαμε γύρω στο ένα μέτρο απόσταση . Σκεπάστηκε με ένα σεντόνι και μου γύρισε την πλάτη.
Είχε αρκετή ζεστή και είχα βάλει το σεντόνι ανάμεσα στα ποδιά μου ξαπλωμένος ανάσκελα να κοιτάω έξω από το παράθυρο ψηλά τον ουρανό.
«Καληνύχτα.» Mου ευχήθηκε.
«Καληνύχτα»

Ίσως κάτι να είχε πάει λάθος . Ίσως έπρεπε να είχα κάνει κάποιες κινήσεις νωρίτερα στην ταβέρνα. Ας πούμε πριν έρθει η φίλη, αν μπορούσα εκεί να εδραιώσω την συγκατάβαση, θα πήγαιναν όλα καλύτερα σαν να κυλάς με ένα έλκηθρο σε μια χιονισμένη λεία πλάγια. Δεν ξέρω αν έκανα καλά που ήρθα μέχρι εδώ. Βέβαια δεν ήταν άσχημα, αλλά χάλασα αρκετά λεφτά και δε μου μένουν πολλά να πάω να βρω τους άλλους στο επόμενο νησί. Ίσως πρέπει να αρχίσω να ψάχνω για καμία δουλεία . Τίποτα γκαρσόνι και τέτοια . Αυτό το καλοκαίρι δεν έχει αρχίσει πολύ καλά. Από την άλλη μέχρι την ταβέρνα δεν τα πηγαίναμε άσχημα. Αυτή η καριόλα η φίλη κάποια στιγμή πρέπει να της είπε ότι δεν είναι σωστό να κάνει τίποτα γιατί έχει δεσμό και διάφορα τέτοια ηθικολογικά.

Είναι καλή θα ήθελα πολύ να την γαμάω τώρα. ίσως και αυτή θέλει . Καμία φορά νομίζω πως είμαι δειλός. Έχει και γκόμενο που είναι φαντάρος, είναι μαλακία η όλη κατάσταση.
Θα γυρίσω αύριο πίσω στον Ηλία. Θα πάρω το παπακι και θα πάω στη Δ* . Εδώ όλα πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά από το νετ είναι μαλακίες . Τι μπορούσα να περιμένω περισσότερο;

Τι δουλεία έχω εγώ με μια τέτοια γκόμενα; Η αλήθεια είναι ότι με ψιλοέπαιξε. Περίμενε-προκάλεσε και μετά μου είπε όλα αυτά για τους γκόμενους και τις σχέσεις και τα διάφορα . Δεν ξέρει τίποτα για μένα.

Άκουσα την ανάσα της έτσι που ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου. Δεν είχε τον ρυθμό από κάποιον που κοιμάται. Γύρισα μπρούμυτα σιγά-σιγά για να μην την ανησυχήσω . Το μαξιλάρι μύριζε ωραία . Κουνήθηκε και αυτή και βολεύτηκε καλύτερα. Η αναπνοή της ήταν κόφτη . Έκλεισα τα μάτια αλλά δεν ήμουν σε καμία περίπτωση έτοιμος να κοιμηθώ. Το αλκοόλ έρχεται συνεχεία γύρω-γύρω στα νεύρα του εγκέφαλου. Δεν βολευόμουν καλά. Ξαναγύρισα ανάσκελα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το cd player είχε σταματήσει αλλά από κάπου μακριά ακουγόταν αχνά η μουσική από κάποιο καλοκαιρινό κλαμπ. Τα μάτια μου είχαν πλέων συνηθίσει το σκοτάδι και έβλεπα καλύτερα το δωμάτιο. Από το δεξί φύλλο της ντουλάπας έλειπε το χερουλάκι ενώ δίπλα κρεμόταν σε ένα κρεμαστάρι η στολή της νοσοκόμας .

Η ανάσα της συνέχισε να είναι διακεκομμένη και ξαναβολεύτηκε. Κουνήθηκα και εγώ και την πλησίασα ελάχιστα. Δεν κοιμόταν . Γύρισα στα πλάγια προς το μέρος της και ξανακουνήθηκε . Κοίταξα τα μαλλιά της μέσα στο σκοτάδι. Σήκωσε το χέρι της και ξύθηκε στο πρόσωπο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, την κράτησε μέσα της και ξεφύσιξε αργά. Αποφάσισα να μιλήσω .
«Κοιμήθηκες;» Ρώτησε κάνοντας γλυκιά την φωνή μου σα τους βραδινούς εκφωνητές.
Δεν απάντησε. Περίμενα. Μετά από λίγο έκλεισα τα μάτια .
«Όχι.» Μου είπε τελικά. Παύση . «Εσύ;» Mε ρώτησε μετά από λίγο.
«Ούτε και εγώ.» Την πλησίασα λίγο ακόμη. Είχαμε μεγάλη απόσταση. Ακούμπησα το χέρι μου στα μαλλιά της και την χάιδεψα απαλά. Δεν αντέδρασε καθόλου. Πλησίασα λίγο ακόμα και συνέχισα να της χαϊδεύω τα μαλλιά. Έφερα το κεφάλι μου πιο μπροστά και τώρα μπορούσα να την μυρίσω. Την πλησίασα λίγο ακόμα και της χάιδεψα το χέρι μαζί με μαλλιά ψηλά στον ωμό. Δεν έκανε καμία κίνηση ούτε μια παραμικρή ελάχιστη κίνηση. Πλησίασα λίγο ακόμη και τελικά κόλλησα πάνω της. Πήρα μια βαθιά ανάσα μέσα στα μαλλιά της και συνέχισα να την χαϊδεύω.
Είχα καυλώσει. Τα γόνατα μου είχαν εφαρμόσει στα λυγισμένα δικά της . Της χάιδεψα λίγο την μέση. Πήγα να περάσω τα δάχτυλα μου ανάμεσα από το μπράτσο της και τα πλευρά της . Αλλά το έσφιξε και δε συνέχισα. Ξανάφερα το χάδι στα μαλλιά της ενώ είχα κολλήσει στο κώλο της . Την χάιδευα σιγά-σιγά τα μαλλιά και ξαναπήγα στα πλευρά. Αυτή τη φορά ήταν πιο χαλαρή και κατάφερα να περάσω το χέρι μου από μπροστά της. Της χάιδεψα λίγο την κοιλιά πάνω από το μπλουζάκι και την έσφιξα πιο πολύ επάνω μου. Κουνήθηκε κάπως. Πλησίασα το πρόσωπο μου στο γυρισμένο της κεφάλι και το έφερα δίπλα στο αυτί της. Πήρα μια ανάσα.

«Γιατί το κανείς αυτό;» Mε ρώτησε σιγανά.
Δε μίλησα και συνέχισα να της χαϊδεύω την κοιλιά. Πήγα να βάλω το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της και άγγιξα λίγο την σάρκα της κοντά στον αφαλό. Έσφιξε το χέρι της στα πλευρά.
«Μη.» Σιγοψιθύρισε αυστηρά. Την έσφιξα πιο πολύ και πήρα ακόμα μια ανάσα την μυρωδιά της .
«Μη σου λέω.» Έκανε δυνατότερα και μου πέταξε πίσω το χέρι .
Είχα καυλώσει πολύ. Απομακρύνθηκε λίγο και ξεκόλλησε από πάνω μου.
Παρατήρησα τη φιγούρα στο σκοτάδι. Έβαλα το χέρι μου απότομα μέσα από το λαστιχάκι της φόρμας της. Φορούσε στρίνκ. Πέρασα από την μέση του κώλου της και ακουμπησα με τα δάχτυλα μου το μουνάκι της. Είχε την υφή ενός φρεσκοκομμένου ανοιγμένου σύκου. Της ξεφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Την χάιδεψα ελαφρά. Έφερε το χέρι της πίσω και άρχισε να μου τον παίζει σιγα-σιγα . Ξαφνικά γύρισε όλο της το σώμα και με κοίταξε στα μάτια με απορια. Με φίλησε αγριεμένα.
«Την πουτάνα.» Σκέφτηκα .

Δευτέρα, 18 Ιούνιος 2007

Το τετραδιο.


Μου αρεσει να με αγγιζει αυτη. Παντα με αγγιζει εξωτερικα πριν με ανοιξει, για να της διηγηθω παλιες ιστοριες ή να βαλει μεσα μου καινουργιες.
Ειναι καλη.
Με κοκκινα ισια μαλλια μεχρι τους ώμους, λεπτα αγκαθωτα φρυδια, πορώδες μυτη και μαγουλα.
Δεν την εχω δει πολλες φορες να μιλαει αλλα οταν μιλαει στραβωνει το στομα προς τα δεξια.

Τα χερια της ειναι πολυ λευκα, οστεοδης και ασθενικα.
Με αγγιζει ελαφρα, καμια φορα νομιζω οτι με χαιδευει, δε ξερω σιγουρα.

Εγω παντα ειμαι μεσα σε ενα συρταρι απο ενα επιπλο.
Ωραιο επιπλο, βαρυ, κερασια. Μυριζει ομορφα.
Καμια φορα κανει και 2 βδομαδες να με σκεφτει.

Εχω και ενα φιλο. Το στυλο. Ειναι ενας φτηνος στυλος. Αν ξερατε ποσο ανοητα ειναι τα στυλο... Τιποτα δε κανει. Απλα γραφει. Δε μιλαμε. Μπορει και να μη ξερει να μιλαει.
Μονο να γραφει ξερει και ειναι και πλαστικο.

Πρεπει να παραδεχτω οτι τα φυλλα μου ειναι παλια.
Με ειχε αγορασει πριν 2 χρονια απο ενα βιβλιοπωλειο. Ημουν ενα φτηνο τετραδιο.
Τωρα ειμαι ακριβο για αυτην, εχω τοσα μεσα μου δικα της. Σχεδόν οι μισες σελιδες μου ειναι γεματες. Γεματες απο τα μικρα καλλιγραφικά της γραμματακια.

Μα για αλλο λογο θελησα να πω αυτη την ιστορια. Ειναι πικρο αλλα πρεπει να το πω.
Αυτα που γραφει ειναι γελοια. Γραφει κατι ψευτοποιηματα. Με ολο κατι καρδιες που ματωνουν, φεγγαρια που κλαινε, και τραυματισμενους μονοκερους. Υστερα καθεται και χαμογελα νομιζοντας οτι επειδη τα εχει σε μορφη τετραστιχων ειναι ποιηση.
Ποσο αθωα.

Προχθες για πρωτη φορα τα ειχε δειξει και σε καποιον αλλον. Ηταν ενας τυπος. Του διαβασε 4-5. Αυτος της ειπε οτι ειναι εκπληκτικα και μετα γαμιοντουσαν.

Σημερα μου φερθηκε βαναυσα. Ηρθε και με γραπωσε με δυναμη και μανια μεσα απο το συρταρι. Με ανοιξε και αρχισε να με βρεχει με τα δακρυα της. Υστερα μου εσκιζε τις σελιδες. 3-3 5-5. Εγινα χιλια κομματια.

Τωρα αργοπεθαινω μεσα σε ενα καδο σκουπιδιων. Ξερω το μελλον μου.
Το ηξερα απο την αρχη.

Πέμπτη, 14 Ιούνιος 2007

Η Νεραποστολή


"Παπαρια. Χαλασε η δουλεια." Μονολογουσε ο Μαυρος. Καθοντουσαν οι δυο τους εξω απο την αποθηκη τους, φτιαγμενη με λαμαρινες. 38 βαθμους θερμοκρασία. Ιδρωναν. Το βραδυ θα εφτανε τους μείον 2.
"Ενα βαρελι ολοκληρο θα επερνα και το χανω για τις μαλακιες των αλλων. Φοβιτσιαριδες.
Μαλακισμενα. Μονο για καμια εικονοκλοπη ειναι οι μαλακες. Φτωχομπινεδες."

Ο Τσαο καθοταν διπλα του πανω σε ενα πισι ταουερ που το ειχε κανει σκαμπουδακι.
Ειχε βαλει μια νεα βαφη μαλλιων. Του την εχει φερει η αδερφη του που εμενε στη πολη και ειχε κλιαρενς. Νεα μοδα αυτη. Που τις βρισκουνε ρε... Καθε μερα στις 8 το πρωι το μαλλι του αλλαζε χρωμα. Χρωμα εκπληξη. Τωρα ηταν πορτοκαλι. Κοιτουσε στον ουρανο και καπνιζε την ηλεκτρονικη πιπα του με οπιο.

"Ρε μαλακα σχιστοματη. Πες κατι. Κανε κατι γαμω τη πουτανα μου."
"Τι να κανω ρε μαλακα μαυρε; Γαμησε με." Πηρε μια ρουφηξιά.

Ο μαυρος εβλεπε απεναντι τον κοκκινο θολο της θεσσαλονικης. Εβγαλε ενα πλαστικο μπουκαλακι και εριξε μεσα στο στομα του 2 υδροκουμπια. Περασε το παπουτσι του στην χαρακωμενη ερημη γη. Κοιταξε τον ουρανο. Εδω και δεκα χρονια ηταν παντα απογευμα.

"Γαμω το βιοσεντονι το μπουρδελο." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο ειχε μπει στο κοσμο του.
"Ρε μαλακα Τσαο. 10 Χρονια εχουμε να δουμε ηλιο. Πες κατι ρε."
"Στ 'αρχιδια μου."

Ειδαν σκονη στο χωματοδρομο.
"Οπα ο Ιωσηφ ειναι." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο κοιταξε αδιαφορα.
Εφτασε ενα παλιο φορτηγακι και φρεναρε διπλα στην αποθηκη τους. Φορουσε μια λαδι βερμουδα. Χοντρες αντι-ραδιενεργες μποτες με εξτρα ασημενια λουρια. Και ενα δημοσιογραφικο γιλεκακι. Απο μεσα γυμνος. Το σωμα του ζαρωμενο. Οπως ολων. Τα μαλλια του ηταν κοντα και δεξια στα πλαγια ξυρισμενα. Ειχε περασει μια μικρη ιντελοπλακα. Οτι και να κανε ομως βλακας ηταν. Το προσωπο του ηταν σπυριασμενο.

"Ξεκολατε παρταλια." Ειπε καθως κατεβαινε.
"Τι εγινε ρε Τζοζεφ;"
"Ηρθα να σας φτιαξω ρε."
"Για πες."
"Νεραποστολή. Σε 1 ωρα. Στο 15β."
"Στανταρ;"
"Ε ναι σου λεω."
"Απο που το μαθες." Ρωτησε καχυποπτα ο Μαυρος.
"Ασε τωρα... Στανταρ σου λεω."
Το στομα του Μαυρου μονο με την ιδεα του νερου μουδιασε λες και ειχε φαει λεμονι.
Ειχε να πιει αληθινο νερο εδω και 7 μηνες.
"Για ποσα βαρελια μιλαμε;"
"Πολλα ξερω γω. 10-15."
"Μαλιστα... Ενταξει τι καθομαστε ξεκιναμε. Ελα Τσαο παμε. Πηγαινε φερε τα σιδερα και 3 παραλαιζ." Τον προσταξε ο μαυρος.
"Θα πρεπει να σκοτωσουμε;" Ρωτησε ο Τσαο σχεδων με αφελεια.

Τετάρτη, 6 Ιούνιος 2007

Το Συννεφοκαμα


Συννεφόκαμα και πρωινη σηκωμαρα. Η πολη σα μπρικι με καφε, σιγοβραζε πανω στο γκαζακι.

Ο Στεφανος θελει να βγαλει το νικοτινιασμενο λαιμο του στο νιπτηρα. Να τον πεταξει μεσα, υστερα να φρακαρει και να παρει το στουμπιχτιρι που το εχει διπλα στο σκατοσκούπι και να το πιεζει με μανια στο σιφόνι. Ολες αυτες οι ιδεες σβηνουν με λιγο καφε. Θα παει να πιει κι'αλλον αλλα γουσταρει κι εναν πριν, ετσι, για να αντεξει αυτους που θα περπατανε διπλα του. Ειδικα εκεινες τις κυριες με τα αμανικα φοδροσατεν που εχουν χοντρα καρβελια για χερια και ξεφυσανε στη λαιμοκοψη. Μα πιο πολυ δεν αντεχει τις βιτρινες . Ακομα περισσοτερο να βλεπει τη φατσα του μεσα σ'αυτες.
"Γαμω το καλοκαιρι." Ειπε μετα την πρωτη γουλια.
Ανοιξε το συρταρι απο τα πλαγια γιατι τα μπρουτζινα χερουλια ηταν σπασμενα και ειδε μεσα τα απεχθη ρουχα του.
"Σκατα"
"Σκατα"
Πρασινο τιραντε μπλουζακι με σταμπα "hawai" που το "i" ηταν ενας φοινικας, εμπριμε βερμουδα και κιτρινη σαγιοναρα τανγκα.
Τσικλιτς- τσικλοτς περπατουσε στο πυρομενο κρασπεδο. Το μεγαλο δαχτυλο ξεφυγε απο την προστασια της σαγιοναρας και ακουμπισε το εδαφος.
"Γαμιδι!"

Ειχε ραντεβου με το Κυριακο. Φιλος απο το στρατο. Ασφαλιστης. 27 χρονων φαλακρα.Τα ξυριζε.
Καθησαν σε μια νεανικη καφετερια κατω απο μια κοκκινη ομπρελλα. Απεναντι ειχε κατι αρχαια και απο πανω υψώνονταν πολυκατοικιες με στενα γκριζα μπαλκονια. Βολεύτηκαν στις πάνινες καρέκλες.

"Που λες μαλάκα..." Αρχιζε να λεει ο Κυριακος. Καηκε το σπιτι του ταδε, εχυσε ενας συναδελφος γκαζοζα σε κατι σημαντικους φακελους, γαμησε ο προισταμενος μια παντρεμενη...
Ο Στεφανος ομως δεν ηταν εκει. Στο διπλανο τραπεζι, ειχε ενα προφιλ με κοντο καρε και μπλε ματια. Μεγαλες βλεφαριδες, λεπτα χειλι και λιγο παραπάνω πηγουνι.
"Αυτη ειναι; Δεν ειναι;" Σκεφτοταν. Ο Κυριακος το χαβά του.
"Κωλοδουλεια φιλε αφου να φανταστεις προχθες..."
"Ρε μαλάκα σταματα λιγο." Τον διεκοψε ο Στεφανακος και κατεβασε τη παλαμη του στον αερα. Υστερα χαμηλωσε τη φωνη του συνωμοτικά.
"Ακου λιγο ρε μαλάκα. Λοιπον." Ιπιε μια γουλια καφε." Θυμασαι που σου ειχα πει οτι σπουδασα για ενα χρονο στο Μεσολογγι;"
"Ναι" Απαντησε ο Κυριακος και εβαλε στο καραφλο μουτρο του περισσοτερα φρυδια.
"Λοιπον... Ειχα παει να σπουδασω μια μαλακια και τα παρατησα. Τεσπα. Εκει δεν ειχε πολλα διαμερισματα για νοικιασμα και οι περισσοτεροι φοιτητες μεναν σε ενα ξενοδοχειο. Αυτη η γκομενα." Του την εδειξε με μια στραβοματια. "Μεγαλη ιστορια μαλακα μου. Μεγαλη ιστορια αυτη η γκομενα. Σπουδαζε κατι με ψαρια. Μια μουφα. Κωλοσχολη. Πουτανα. Μιλαμε πουτανα φιλε οχι αστεια. Ειχε γαμηθεί με ολο το ξενοδοχειο. Καθε βδομαδα με αλλον. Και ρε μαλακα μονο εγω δε τη πηρα. Το πιστευεις;"
"Δηλαδη καριολα που λεει και το ανεκδοτο." Χαμογελασε ο Κυριακος χαιρεκακα. Καθε φορα που του ελεγε καποιος οτι δεν πηδηξε χαιροταν για καποιο λογο. Υστερα επανήρθε. Παρατηρησε τη γκομενα.
"Καλο μουνι ομως."
"Ωραια γκομενα ρε μαλακα. Αλλα ειναι αυτη, δεν ειναι; Δεν ειμαι και σιγουρος."
"Τελος παντων γαματην. Ακους... Μου τη λενε κιολας ρε. Το αφεντικο. Εχω ασφαλισει τη μανα μου, τον πατερα μου, τρεις θειους και μια ξαδερφη. Και τωρα που τελειωσαν τα σογια μου τη λενε ρε. Εχει πεσει η παραγωγικοτητα και κατι παπαριες και... "
"Οπα σηκωνεται, παει τουαλετα. θα παω κι εγω." Ειπε ο Στεφανακος και σηκωθηκε.

Ο Κυριακος επιασε το κινητο απο το τραπεζι, αρχισε να πασπατευει τα κουμπακια και να κοιτα την οθονη. Τ΄ αφησε και κοιταξε στο δρομο. Βαρεμενες πολυχρωμες φοιτητριες σχολουσαν με τα βιβλια και τις νοτισμενες σημειωσεις στις ιδρωμενες μασχαλες, μεγαλα γυαλια ηλεκτροκολλησης στα μουτρα , μαλλια κομμωτηριου στο κεφαλι , παππουτσια εκατονταδων ευρο στα ποδια και στρινκ στους κωλους.
Μετα απο λιγο, τσικλιτς-τσικλοτς ηρθε και ξανακαθησε ο Στεφανος φουριοζος.
"Ακου ρε μαλακα..."
"Τι εγινε της μιλησες;"
"Ναι ρε. Ακου. Την πετυχαινω την ωρα που επλενα τα χερια μου. Βγαινει αυτη απο τις γυναικειες. Με θυμασαι; της λεω. Γνωριζομαστε απο... και μου λεει ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΕ . Και φευγει. Το πιστευεις; Αποκλειετε φιλε. Ακου τι μου 'πε. Δε μ' αφησε να τελειωσω τη φραση και μου ειπε αποκλειετε."
"Γαμισετα φιλε."
"Πουτανες."
"Δε λες τιποτα. Αυτο δε θα περασει ετσι ομως."
Σηκωθηκε αποτομα απο την καρεκλα και κατευθύνθηκε προς τη γκομενα.

Οι καταρες, οι αναμνησεις και οι επιθυμιες χαλανε αν τις αγγιξεις εστω και μια φορα σα τα φτερα της πεταλουδας. Παραφορά σε μια φορα. Κι ομως αποκλειετε, ετσι πιστευεις.

Παρασκευή, 1 Ιούνιος 2007

Για την Αμαλια

Ο καθε μπλογκερ-ανθρωπος
ας κανει το χρεος του σημερα.
οπως αυτος νομιζει καλυτερα.

Δευτέρα, 28 Μάϊος 2007

Η Μαδερμπορντ.


"Ελα εγω ειμαι ρε ο Γιαννης."
Με το Γιαννη σπουδαζαμε μαζι στην Αθηνα. Ειχα να τον δω 3-4 χρονια. Παραξενευτηκα που με πηρε τηλεφωνο. Ειχε ψιλομπλεξει τοτε. Παρατησε τις σπουδες. Τον ειχαν τσακωσει και για κατι σκληρα παρανομα,
αθωωθηκε στο δικαστηριο "για προσωπικη χρηση" και "προτερο εντιμο βιο" . Γυρισε στη θεσσαλονικη. Μετα δουλευε τεντάς, σκαρφαλωνε στα μπαλκονια περνουσε τεντες και εκει καπου ειχα χασει τα ιχνη του.
Κανονισαμε να βγουμε βραδακι. Πηγαμε σε ενα απο αυτα τα κρασαδικα. Αρχισαμε με ρετσινες
μετα κατι τσιπουρα. Λεγαμε το ενα, λεγαμε το αλλο.
"Φιλε τα εχω κοψει ολα. Δε παει και με τη δουλεια. Μια φορα ειχα πιει και κοντεψα να σκοτωθω.Τα λεφτακια μια χαρα. Το αφεντικο, μου εχει δωσει συνεργειο δικο μου και δουλευω με ποσοστα πια. Αγορασα κι ενα αυτοκινητακι. Σκεφτομαι να παρω και δανειο για σπιτι. "
Μαζι με τα μπαλκονια ο γιαννης σκαρφαλωνε και στη ζωη.
Αποφασισαμε να συνεχισουμε σε κανενα μπαρακι για ποτο. Τον ανεβασα στη μηχανη (δεν ειχε παρει το αυτοκινητο, που να βρει να παρκαρει στο κεντρο.)

Δεν εβλεπα μπροστα μου. Παω να αλλαξω ταχυτητα, σβηνει η μηχανη, αντι να παταω τη μιζα πατουσα την κορνα. Απο πισω βριζανε οι οδηγοι. Ξαφνικα ακουστηκαν κατι φρεναρισματα, εμφανιστηκαν κατι σειρηνες, φωτα στριφογυρνουσαν.
Ζηταδες.
"Κατεβειτε απο τη Μηχανη! Τα χερια σας να βλεπω τα χερια."
"Χαρτια εχετε χαρτια;"
Πηγα να βγαλω το διπλωμα απο την τσεπη.
"Βγαλτα τα χερια απ τις τσεπες ρε!"
Μας στησανε σε ενα παρακειμενο αυτοκινητο και μας ψαχνανε στην αρχη στο παντελονι. Εγω ειχα μονο λεφτα. Ο Γιαννης και προφυλακτικα.
"Πηδαμε κιολας ρε; Τι κουβαλατε αλλο ρε. Βγαλτε τα ρε."
"Νατο Νατο!" Φωναξε θριαμβευτικα ο μπατσος που εψαχνε το Γιαννη. Κρατουσε στο χερι του ενα πακετακι στο μεγεθος ενος στενου μικρου βιβλιου τυλιγμενο με αλουμινοχαρτο. Ξεμεθυσα με τη μια. Μου κοπηκαν τα ποδια.
"Τι ειναι αυτο ρε;"
"Μαδερμπορντ." Απαντησε ο γιαννης. Ο ζητας το ανοιξε προσεχτικα.
Αρχισαν να ξεπροβαλουν κατι πρασινα τσιπακια. Ηταν οντως μια μαδερμπορντ.
Κοιταχτηκαν μεταξυ τους. Γυρω ειχε μαζευτει κοσμος. Σε δευτερολεπτα ανεβηκαν στις μηχανες, σπινιαρισαν και χαθηκαν.
Αλλαξαμε βλεματα με το γιαννη και γελασαμε.
"Καλα που δε ψαξαν στην αλλη τσεπη. " Μου ψιθυρισε. Υστερα κοιταξε ψηλα.
"Α να ρε. Αυτη την τεντα απεναντι τη βλεπεις; Εγω την εχω περασει. Πρεπει να με δεις καμια μερα πως σκαρφαλωνω."

Παρασκευή, 25 Μάϊος 2007

H σιωπη του μηχανικου και το πρωτοκολλο του συνεργειου.




Σημερα πηγα το μηχανακι σε ενα συνεργειο.
Μεσα ο μηχανικος, με την μπλεβρωμικη φορμα του ηταν καθισμενος
και σκαλιζε ενα vmax.
Η συνομιλια με ενα μηχανικο στο μαγαζι του εχει πολλες ιδιαιτεροτητες.
Εγω καθως εχω παλια μηχανη και συχρωτιζομαι συχνα μηχανικους
εχω κατανοησει το πρωτοκολλο του συνεργειου, για καποιον αρχαριο βεβαια, ισως ειναι δυσκολο και εκνευριστικο.
Στην αρχη δε μιλας καθολου... Αυτος ξερει οτι μπηκες μεσα, σου ριχνει μια
αμυδρη ματια αλλα παριστανει οτι δεν καταλαβε οτι μπηκε καποιος.
Σκουπιζει λιγο τον ιδρωτα του με το μαυρισμενο τριχωτο του βραχιωνα
και συνεχιζει να σκαλιζει τη μηχανη.
"Τι εγινε" Λεω εγω.
Αυτος δε μιλαει. Φυσικα δεν περιμενεις να μιλησει...
Περιμενεις 5 λεπτα. Χαζευεις κατι εξατμισεις, κατι λυμενα ψευδο-εντουρο.
Υστερα περιπου στο 10 λεπτο γυρναει και σε κοιταει λιγο υποτιμητικα και χαιρεταει κουνοντας ελαφρα το κεφαλι. Εσυ παλι δε πρεπει να μιλησεις.
Μετα απο λιγο, συνηθως το πολυ σε ενα λεπτο, σηκωνεται σκουπιζει δηθεν τα χερια του
με ενα στυππειον.
"Τι εγινε;" Ρωταει.
"Καλα να εφερα τη μηχανη, κατι γινεται και μπερδευει."
"Οκ αστην και περνα αυριο το απογευματακι."
Βγαζεις το κλειδι απο το μπρελοκ το κρεμας σ ενα ενα καρφι στο πινακακι που εχει εκει στο τοιχο διπλα σε ενα μεσοφυλλο του πλει μπου και αποχωρεις.

Πέμπτη, 24 Μάϊος 2007

Ντεσιμπιλ



Καιγομουνα. Το κλιματιστικο, μου την εδινε στα νευρα. Καθε δεκα λεπτα ακουγοταν
μια πορτα στην πολυκατοικια, ετοιμη να μας γκρεμισει καθως εκλεινε αποτομα απο το ρευμα.
Με εσωσε ενα τηλεφωνο. Ο φιλος ο Ευθυμης.
"Παμε ρε μαλακα 2 μερουλες στο εξοχικο μου στην Η*"
"Και δε παμε... Εχω λιωσει εδω φιλε."
Ηρθε με το αυτοκινητο με πηρε. Ειχε και ενα σπιτακι εκει ο φιλος.
Ωραιο δροσερο. Πηγαμε για μπανακι για καφεδακι και μετα σπιτι.
Τοτε ηταν που εκανε την θριαμβευτικη του εμφανιση ο μεγαλος Μπιλ
ή αλλιως ΝτεσιΜπιλ. Γνωστος του Ευθυμη απο το πανεπιστημιο. Ειχε και αυτος εξωχικο
εκει κοντα, εμαθε οτι θα παμε και ηρθε επισκεψη. Οστεωδης, κοντουλης, με μεγαλη μυτη
φωνη καμπανα και νευρωδης οσο δε παει. Λες και ειχε ενα ελατηριο κατω απο τα ποδια του, μια τον εβλεπες εδω, μια χανοταν και εμφανιζοταν αλλου.

"Παμε, παμε. Πηγατε για μπανιο; Καφε μετα; Καφεδακι ε; ΠΟυ πηγατε εκει απεναντι απο την παραλια; Καλα ειναι; Ενταξει. Γαμησετα κοκκινησα κοιτα. Κοκκινισα πολυ. Ο ηλιος με γαμησε. Ο ηλιος. Δεν επρεπε να κατσω τοσο πολυ. Αλλα παλι να μη μαυρισεις ε; Γινεται ε; Ωραιο το μαυρισμα. Κοιτα φιλε. Ε; Παραλια φιλε ποπο. Μουνακια. Αστα αστα χαζεψα. Γεμισε η παραλια. Μουνοτσουναμι. Τι κανουμε τωρα. Ε; Παμε πουθενα. Καφεδακι ιπιατε ε; Παμε ποτακι. Παμε ε; Ναι ενταξει λιγο πιο μετα. Ακομα νωρις ειναι. Παμε κατευθειαν ποτακι. Στανταρ. Θα σας φιαξω εγω. Το μερος δικο μου ρε. Εχω τα κοννε."


Εκανα ενα μπανακι. Εφυγε το αλατι. Ειχε παει κατα της 9 μιση, ο καλοκαιρινος ηλιος χανοτανε πισω απο κατι ελαιωνες, ετσι πως τον βλεπαμε απο το μπαλκονι. Ανοιξα μια ρετσινα.

"Α οχι οχι. Δεν πινω ρετσινα εγω. Ρετσινα ε; Ρετσινα. Με πειραζει. Δε ξερω. Και η γευση. Οχι οχι. Καμια ταβερνα. Ετσι. Ισως. Με κολα. Εγω ουισκακι φιλε. Ουισκακι.
Γουσταρεις το ουισκακι ε; Ετσι αραχτος στο μπαρ. Ουισκακι στο χερι. Το μουνακι απεναντι να κοβει ε; Χεχε. Ααα δε σας ειπα. Εχθες ενα γκομενακι αλφετο. Τρελο σου λεω. Εφυγε σημερα. Παει. Αλλα ενταξει σημερα παλι ελευθερος. Ελευθερος κι ωραιος.
Μπλουζακι φιλε Λεων. Γουσταρεις; Κοιτα φιλε μπλουζακι. Εσυ δε με ξερεις ενταξει, αλλα εχω αυτο το κολλημα φιλε. Ντυνομαι καλα. Δηλαδη δε μπορω. θα τα δωσω τα φραγκα. Αλλα θελω να ειμαι τσιλικος. Του κουτιου. Μην κοιτας που ειναι αμανικη. Ετσι ειναι τωρα. Κατσε κατσε να δεις. Κατσε να τη γυρισω. Που ειναι; Α να! Αρμανι φιλε. Χεχεχεχε. 220 ευρακια. Ασπρο χρωματακι στη πουδρα. Θα μου πεις τωρα πολλα. Ενταξει εχω αυτο το κολλημα φιλε. Εσυ; Ναι... Κοιτα. Χωρις παρεξηγηση. Εννοω φορας οτι να 'ναι. Ξερεις πως το λεω. Καμια σχεση μη το παρεις στραβα. Ο καθενας το στυλακι του. Εγω βεβαια... Ενταξει ο καθενας πως τη βρισκει. Εγω θελω να ειμαι ετσι με μαρκες και τετοια ξερεις. Τωρα αυτο το κοντο το παντελονι δε θα μπορουσα να το βαλω ας πουμε. Οχι οτι ειναι κακο. Αλλα ξερεις."

Βγηκαμε για μια βολτα στη πλατεια του θερετρου. Πολυς κοσμος περπατουσε πανω κατω. Κατα της μια αποφασισαμε να παμε σε ενα κλαμπακι εκει κοντα. Μας σταματησαν στην πορτα. Πηγαινα πρωτος. Ειχα πιει καμια 3 ρετσινες.
"Πρεπει να συνοδευεστε."
"Μα, πηγα να πω, αλλα ο πορτιερης σηκωσε αρνητικα τα φρυδια του."
Προχωρισαμε, σα πληγωμενα ζωα παραπερα.
"Καθηστε παω να δω τι παιζει, ειπα."
Πηγα παλι στον πορτιερη. Δε χαρηκε που με ειδε.
"Να σου πω..."
"Φιλε σου εξηγησα. Πρεπει να συνοδευεστε, εκανε υψωνοντας τη φωνη του." Ηρθαν
ακομα 2 απο το πλαι του με γυαλιστερες κολλημενς χωριστρες και με αγριοκοιτουσαν.
"Ρε φιλαρακο την ιδια δουλεια κανουμε, δεν ειναι σωστο."
"Που δουλευεις;"
"Ειμαι μπαρμαν στα νησια ρε φιλε (μουφα). Χρονια τωρα. Και ειπα να ερθω ετσι μια εκδρομουλα στην Η* και μας χαλας ετσι."
"Σε ποια μαγαζια;"
"Στο R*. Στο T*. Παντου εχω δουλεψει."
"Ρε φιλε ενταξει, ειπε μαλακωνοντας. Αλλα... Εσκυψε στο αυτι μου. Το φιλαρακο σου με το αμανικο πως να τον βαλω στο μαγαζι. Ασ εβαζε μια μπλουζιτσα της προκοπης. Τελος παντων. Κανενα προβλημα. Ελατε. Και ενα σεικερακι απο μενα."
"Αστο τωρα, φιλε ενταξει."

Ως σαν Κιναιδος



Στα τελη της δεκαετια του 80 θυμαμαι. Τοτε που ο κοσμος πηγαινε στις ταβερνες.
Πηγαιναμε κι εμεις. Ο μπαμπας, η μαμα , εγω και ο αδερφος μου.
Ειχανε τοτε οι γονεις μου ενα μαγαζι με ρουχα. Το βραδυ πριν κλεισουμε, ερχοταν οι εμποροι να πληρωθουνε και βγαιναμε ολοι μαζι. Ποτε ποτε ερχοταν και κανενας γειτονας και μαζευομασταν καμια 7-8 ατομα.
Υπηρχε ενα χρονικο σημειο, ακριβως με την τελευταια μπουκια μου, οταν αρχιζαν οι μεγαλοι να αναβουν τσιγαρο, που το γκαρσονι ερχοταν και μαζευε τα πιατα ρωτωντας αν θελουμε να κερασει γλυκακι, που με επιανε μια ελαφρα νυστα και που τα κιτρινα κλειδια της ζωης ηταν πανω απο 4 οπου ο πατερας αρχιζε να λεει ιστοριες.
Η πιο χαρακτηριστικη ηταν με ενα φιλο του που τον ονομαζαν "το ανηψι".
Το ανηψι λοιπον λατρης της καθαρευουσας οποτε εφτανε στο πατρικο του, ρωτουσε τη μανα του.
"Μανα τι εχεις μαγειρεψει σημερα; Πειναω ως σαν κιναιδος."
Του απαντουσε κι αυτη η κακομοιρα το μενου της ημερας, χωρις να αντιλαμβανεται τι της λεει.
Το ανηψι ειχε και μια αδερφη, η οποια ηταν λιγο ασχημουλα, λιγο εσωστρεφης λιγο καπως, δυσκολευοντας τους γαμπρους να την πλησιασουν. Με τα πολλα της προξενεψαν εναν πατερ. Νεος, ανυμφευτος , ανθρωπος του θεου, σταθερη δουλεια.
Πηγε λοιπον σπιτι τους για μεσημεριανο και να γνωρισει την κοπελα.
Καθιμενοι στο τραπεζι, η μανα, η αδερφη, το ανηψι (ο πατερας ειχε πεθανει)
και ο παπας. Λεει ο πατερ στην αδελφη.
"Καταπληκτικο το γευμα δεσποινις Ελπιδα."
"Ευχαριστω, απαντα εκεινη με χαμηλο βλεμμα."
"Εσεις τα μαγειρεψατε ολα;"
"Ναι, και... με μια βοηθεια της μαμας"
"Πραγματικα, πεντανοστιμα και ειχα και μια ορεξη..."
Περνει θαρρος και η μανα, θελει να δειξει οτι ειναι και μορφομενη, λεει,
"Πατερ πρεπει να πεινουσατε ως σαν κιναιδος;"
Σαστισε ο ιερεας, δαγκωθηκε το ανηψι.
Καπου εκει με επαιρνε κι εμενα ο υπνος. Ποτε δεν εμαθα αν ευοδωσε το προξενιο και παντα ξεχνουσα να ρωτησω την αλλη μερα.