Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Σαν Αρμαντίλλο

Νέο μυθιστόρημα ονλαιν σε συνέχειες
από τον
Νίκο Χατζόπουλο

Σαν Αρμαντιλλο


Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Πουλι Πουλι Λαμα Σαβαχθανι. 

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Πως θα τον ξεπεράσω?

Το να θέλουμε να ξεπεράσουμε κάποιον  σημαίνει ότι υπάρχει κάτι μέσα μας ακόμη για αυτόν τον άνθρωπο. Άρα ξεκινάμε με την ερώτηση... Γιατί να θέλεις να ξεπεράσεις κάποιον που ακόμα έχεις συναισθήματα για αυτόν;
Υπάρχουν πολλοί λόγοι να θέλουμε να ξεπεράσουμε κάποιον ενώ ακόμα τρέφουμε συναισθήματα. Φαίνεται βεβαία πως αυτοί οι λόγοι έχουν κάποια κοινά σημεία, και...  για να πούμε την αλήθεια ο συχνότερος   μάλλον είναι ότι δεν μας θέλει  ή δε μας θέλει με τους ορούς που θα ευχόμασταν να μας θέλει.
Μακάρι όλα αυτά τα θέματα να ήταν σαν τις συνταγές μαγειρικής. Δηλαδή με την ερώτηση "Πως θα τον ξεπεράσω;" Να υπήρχε μια απάντηση που να έλεγε. "Βάζεις μισό κιλό εγωισμό, τρεις σκελίδες άρνηση, μια κουτάλια νέο έρωτα και είσαι έτοιμος!"
Αλλά για να μην μακρηγορώ και όπως λέει και η παροιμία "Μη μου τα λες εμένα αυτά, εγώ  είμαι από το Ίντερνετ"   Θα μιλήσω εμπειρικά και υποκειμενικά χωρίς καμιά επιστημονική ή όποια άλλη βάση, και αυτά που θα πω φυσικά δε πρέπει να τα πάρετε υπ όψιν. Αν εγώ θέλω να ξεπεράσω κάποιον τι κάνω; Ένα και μοναδικό πράγμα, σταματάω να τον σκέφτομαι. Τον ίδιο και τα πράγματα και τις διαδικασίες που μου τον θυμίζουν. Αυτό είναι λίγο σκληρό καθώς... ίσως να προϋποθέτει να αλλάξεις συνήθειες αλλά δε γίνεται αλλιώς.
Μερικές φόρες όσο είμαστε μακριά από κάποιον και συνεχίζουμε να τον σκεφτόμαστε γίνεται όλο και καλύτερος. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν είναι αυτός που θέλουμε αλλά αυτός που έχουμε στο μυαλό μας ότι θέλουμε.Ύστερα ξαφνικά τον/την βλέπεις και λες... καλά αυτός ήταν ο άνθρωπος αφιέρωσα τόσο χρόνο να σκέφτομαι... Χμ... 

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Flash Fiction /Φλας φίκτιον

-Αποφάσισα εχθές να γράψω μια ιστορία φλας φίκτιον.

-Φίλε, σόρρυ αλλά δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό.

-Είναι στυλ διηγήματος με πολύ λίγες λέξεις. Δηλαδή ότι έχεις να πεις
πρέπει να το πεις γρήγορα.

-Ωραία, ενδιαφέρον ακούγεται. Τελικά τι έγραψες;

-Τίποτα, δε κατάφερα να γράψω τίποτα.

Οχι

Ναι ναι πιστευω
και γινομαι.

Και ξαναγινομαι αυτο,
ενα φιλι στο λαιμο.

πρετεπλεξ
οταν
αρχιζεις να χρησιμοποιεις εσχατες
λεξεις των ψυχοσυνθεσεων μας.

Ο πρωτος πληθυντικός
υπο το πρισμα εστω και της απλουστερης
φιλοσοφικης θεωρησης ειναι ενα ψεμα.
πως μπορει να μιλησει καποιος για τον ιδιο και για εναν
αλλον ως υποκειμενα οριζομενα απο το ιδιο ρημα;

Εμεις ειμαστε... οχι... εισαι μονος σου φιλε.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Ενταξει

Ενταξει, οι αφορισμοι ειναι το δευτερο ευκολοτερο μοτιβο σκεψης
μετα τη συμφωνια.
Το τριτο ειναι η αποδόμηση, θελει καποια προσπαθεια αυτο.
Να κομματιασεις μια ιδεα δηλαδη, να δεις απο τι αποτελειται
και να την αντιληφθεις απο τα κομματια της.
Το τεταρτο και το πιο δυσκολο οπως ολοι ξερουμε
ειναι η δομηση της ιδεας εξ νιχιλο.
Εκει που δεν υπηρχε τιποτα ξαφνικα ανοιγονται κοσμοι,
Ετσι απο το πουθενα.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Αυτος που μας κοιταει

Αυτος που μας κοιταει
εχει ενα ελαττωμα
δε ξερει πότε να κοιταξει.
Κι οταν ειμαστε τελειοι στρεφει το βλεμμα του αλλου
και οταν ειμαστε μικροι κι ανισχυροι
παλι δε κοιταει.

Μας βλεπει μονο οταν ειμαστε μετριοι
οταν δεν εχουμε τιποτα να πουμε
τις στιγμες που δεν εχουμε καμια ορεξη να διαλυθουμε,
τις στιγμες που δεν εχουμε καμια διαθεση να υπερβουμε κανεναν.
"Χα"
Λεει...
"Εσεις... Εσεις τι; Αδιαφορια. Δεν ειστε καν ασημαντοι
για να σας κοροιδεψω. Ειστε μετριοι."

Εμεις τι κανουμε;
Τιποτα οταν μας κοιταει.
Στο σπιτι βεβαια προετοιμαζομαστε στον καθρευτη
για την συναντηση μας μαζι του.
Βγαζουμε τον καλυτερο και τον χειροτερο εαυτο του
στο μυαλο μας.
Τον κανουμε να κλαψει και τον κανουμε να νιωσει υπερογκος.
Τον κανουμε να μας μισησει και τον κανουμε να μας αφιερωθει για
ολη του την ζωη.
Τελικα οταν ερχεται η στιγμη.
Ολο μας πετυχαινει μετριους.

Τι να πω;
Μπορει να ειμαστε και μετριοι.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Σαν συγγραφέας, μιλας.


Δε μπορώ να φανταστώ ούτε ένα λόγο
αλλα έστω αν θες να μιλάς σα συγγραφέας
είναι πολύ εύκολο και απλό.

Ένας τρόπος είναι να βάζεις λέξεις όπως
"πάντα" ή "όλοι" ή "ποτέ"

Παραδειγμα.
Σου λεει καποιος:
"Εχω παρατηρησει οτι οταν μιλας σοβαρα
αφηνεις στο τραπεζι το χερι σου και εχεις σηκωμενο τον αντιχειρα σου
λες και κανεις οτοστοπ".

Εσυ που μιλας σα συγγραφεας δεν εχεις να πεις τιποτα παραπανω απο:

"Ολοι οταν κανουν οτοστοπ μιλαν σοβαρα."


ή σου ερχεται να πεις. "Σημερα ανοιξα το φως απο το υπογειο
και επι 2 λεπτα προσπαθουσα να καταλαβω γιατι ειχα ερθει ως εδω."

δε το λες ετσι, αλλα λες:

"Παντα οταν καποιος ανοιγει το φως απο το υπογειο, του παιρνει καποιο
χρονο για να θυμηθει τι θελει"

Ενα αλλο κολπο...
ειναι να διαλεγεις δυο φαινομενικα ασχετες λεξεις και να τις συνδεεις.
Για μεγαλυτερη επιτυχια ενδεικνυται η μια να ειναι μια αοριστη
ρευστη εννοια και η δευτερη ενα καθημερινο αντικειμενο.

Παραδειγμα.

"Οι παιδικες φιλιες παντα μου θυμιζουν τις παλιες συσκευες κινητων, μονο οταν
της ξαναβλεπεις τυχαια σε ενα συρταρι καταλαβαινεις οτι δε θα
ξαναδουλεψουν ποτέ."

Τριτο ειναι να λες την αληθεια για τις σεξουαλικες επιθυμιες των ανθρωπων.
Εδω δε θα δωσω παραδειγμα.


Τεταρτο και πιο ευκολο
ειναι να κανεις παρομοιωσεις απο το πουθενα.

Παραδειγμα.
"Σπαρταρουσε σα σεντονι απλωμενο στο τριτο οροφο, μιας φθινοπωρινης μερας".

ή

"Τα μαλλια σου μου θυμιζουν πεταμενο στα σκουπιδια σφουγγαρακι
που πλενουν τα πιατα"


Αν τα κανεις ολα αυτα
ή αλλοι μπορει να μη στο πουν
αλλα σιγουρα θα σκεφτουν,
"Α αυτος μιλαει σα συγγραφεας"
ή
"Πωπω... οτι να ναι ο τυπος".

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Το κουτί με την Καμπύλη, Νίκος Χατζόπουλος



Έκανα να κουνηθώ και κατάλαβα ότι είμαι στα αλήθεια πιασμένος . Δε φταίει μόνο το ανατομικό κρεβάτι, φταίει ότι κοιμάσαι με κάποιον άλλον. Το να κοιμάσαι με έναν άλλον δεν είναι καθόλου εύκολο. Από την άλλη είναι ενδεικτικό κατά πόσο ταιριάζετε μεταξύ σας. Όταν ξυπνάς ξεκούραστος σημαίνει ότι τα σώματα σας εφαρμόζουν και βολεύονται μεταξύ τους, μόνα τους κατά την διάρκεια της νύχτας. Ασυνείδητα βάζει ο ένας το χέρι από εδώ, βάζει ο άλλος το πόδι του από εκεί και γίνεστε ένα και μοναδικό κομμάτι . Αν δεν ταιριάζουν τα σώματα, συγκρούονται μεταξύ τους, διεκδικούν το χώρο τους και σε καταριούνται που διάλεξες αυτό το ταίρι να περάσεις τη βραδιά σου. Ξυπνάς με μουδιασμένα τα άκρα μέσα στην νύχτα και κουλουριάζεσαι για να βολευτείς .

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Πως να τον/την κανω να με θελει.

Υπαρχουν 3 τροποι για να κανεις καποιον να σε θελει.

1ο ειναι να μη τον θελεις εσυ.

2ο ειναι να τον θελεις αλλα να θελεις και καποιον αλλον.

3ο Να μη σε νοιαζει αν σε θελει η οχι.

και ενα κρυφο 4ο ειναι...

Να τον θες τοσο πολυ ωστε να μη μπορει να σου αρνηθει.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Υπαρχει ενας δρομος που με γυριζει σπιτι.

Υπαρχει ενας δρομος που με γυριζει σπιτι.
ειναι ενας δρομος κοπι παιστ.

το δεχι μου χερι εχει καει απο τα ρπτζ.

το αριστερο μου ημισφαιριο ειναι μια αγνοια στο πιθανο κοσμο.

Μα υπαρχει ενα δρομος παντα που με γυριζει σπιτι,

Τι ειναι αυτο το σπιτι.
ειναι καλο;
Ε?
Πεσ μου.

ραβδοι δεντρων χωρις ονομα με χτυπαν καθως δειχνω τρυφεροτητα

και παλι ξανα μας αρεσει να επαναλαμβανονται εμας εμενα οι ιδιες εννοιες που λες

που λες

τα μικρα και τα μεγαλα τα εχουμε κανει σα χρωματα
ετσι ευκολα μηδεν
και μηδεν
μηδεν
και μηδεν

και μηδεν

και μηδεν


και μηδεν


και μηδεν

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Μενω σε μια μονοκατοικια βαρετη. Βαρετη σαν χιλιοπαιγμενο αρπιτζι.
Ενα πνευμα που μενει μεσα με ρωταει γιατι ειναι βαρετη
και του απαντω αυτο ακριβως.

Χωρις να κανω ερωτησεις, το πνευμα ξερει.

τελως παντων, δε θελω να μιλησω για μενα και τα πνευματα του σπιτιου.

Λοιπον, εχω εξω στην αυλη κατι δεντρα.

Στη ζωη μου, οπως ολοι στη ζωη τους, πηρα στα χερια μου οπως ολοι στα χερια τους
πολλους σπορους.

Και για καποιο ηλιθιο λογο, θεωρησα οτι πρεπει να φυτεψω, να προστατευσω και να μεγαλωσω τα δυνατοτερα δεντρα.

Αυτες ξερετε ειναι επιλογες ζωης.

Απο το πισω παραθυρο βλεπω αυτα τα δυνατα δεντρα.

Εχουν μεγαλωσει. Γερα κλαδια, παχιά σκια κι εγω δυνατος.

Που θελω να καταλήξω,

Τα δυνατα δεντρα ειναι για δυνατους ανθρωπους,
γιατι αν βγω στο κηπο αδυναμος...

Πες ρε παιδι μου ο,τι κατι μου ετυχε στη δουλεια,
κατι οτιδηποτε στη καθημερινοτητα μου με εριξε.

Αυτα τα δυνατα δεντρα με τσαλαπατανε.
Υψώνονται , δυναμώνουν τις ενώσεις τους , αφηνουν το ανεμο να περνα με δυναμη απο τις φυλλωσιες τους και με τυραννάν.


Οταν διαλεγεις δυνατα δεντρα στο κηπο, περνεις και την αντιστοιχη απ-ελπιδα.

Και τωρα θα σας αποκαλυψω τι ειναι το καθε τι.

Ο κηπος ειναι το καλαμακι.

Το δεντρο ειναι η κοντινοτητα.

Ο ανεμος ειναι ενα σημαδακι πανω στην οθονη.

Α ξεχασα! Τα δεντρα μου ειναι αλμπινο και τραγουδανε σε αγνωστες γλωσσες.

Επισης πριν γινουν ολα αυτα εχω στο τραπεζακι του σαλονιου μια μανωλια.

Πως λενε στις ξενες σειρες...

μη με πατροναρεις.

Ακομα δεν εχουμε ξεπερασει καν το φοβο οτι θα αντιμετωπισουμε φοβους.

Ειμαστε φλωροι.

Μη πετας το σωμα σου στα σκουπιδια γιατι το πρωι θα απλωσεις το χερι σου να το αναζητησεις.

Μη πετας το νου σου στο βουρκο γιατι το βραδυ θα κοιταξεις στο καθρευτη και θα δεις χιλιαδες δαιμονια που θελουν χιλιαδες προσευχες για να φυγουν.
Και ποιος εχει χρονο για τοσες προσευχες.


Αν ειναι να σωσω κατι
ας ειναι η ομορφια μου.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Το Βαζο που ενω εχει μεσα του ενα στικακι πεφτει στο πλαστικο τραπεζι.


Ειμαι στο μπαλκονι. Δεν ειμαι πολυ κοντα του. Μαλλον δεν ειμαι οσο κοντα του θα ηθελα να ειμαι ή στην συγκεκριμενη περιπτωση θα χρειαζοταν να ειμαι για να γινουν τα πραγματα ευδιακριτα. Καθομαι σε μια καρελα απεναντι του γυρω στα δυο μετρα μακρια.

Ειναι ενα βαζο. Ενα λεπτο γυαλινο βαζο , αλυκο κοκκινο, ευαισθητο, ευάλωτο χωρις περιττά σχεδια με απαλο τετραγωνισμένο κυλινδρικο σχημα. Δεν ειναι αδειο (ισως αν ηταν αδειο τα πραγματα να ηταν παρα πολυ απλα) αλλα εχει μεσα του ενα ινδικο αρωματικο στικακι που δε ξερω πραγματικα πως βρεθηκε εκει.

Κοιταω το ρολοι αναμεσα στις κουρτινες, τρεις και ενα λεπτο. Το φως απο το μπαλκονι ειναι σβηστο αλλα φωτιζομαι απο το φως του δωματιου, ενα κιτρινο κουραστικο φως.

Στον ουρανο αχνοφαινονται τα συννεφα μεσα στο σκοταδι. Οι φωνες απο δυο-τρία νυχτοπουλια φτανουν μεχρι τον τεταρτο οροφο υπενθυμιζοντας μου οτι ειναι καλοκαιρι. Το βαζο επεσε. Εκανε ενα ελαχιστο γδουπο πανω στο πλαστικο τραπεζι. Το ρολοι εγραφε τρεις και δυο λεπτα. Ειναι περιπου ενας μηνας τωρα που καθε βραδυ την ιδια ωρα πεφτει το βαζο. Μερικες φορες δεν ημουν σπιτι για να το ακουσω ή να το δω αλλα οταν γυρνουσα ηταν πεσμενο παντα με τον ιδιο τροπο.

Δεν ειχε καθολου αερα σημερα. Ηταν μια γαληνια νυχτα.

Γενικα δε βρισκω μια ικανοποιητικη αιτια για αυτο που συμβαινει. Σημερα δε το προσεχα και πολυ αλλα αλλες φορες που το παρατηρω φαινεται σα κατι απολυτα φυσιολογικο. Σα να μη μπορει να γινει τιποτε αλλο απο το να γερνει και να πεφτει.

Δε θελω να το μετακινησω, απλα το σηκωνω ορθιο, καθε φορα στην ιδια θεση και περιμενω.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Δουλευω σε μια εταιρια. Καθομαι στον υπολογιστη με τις ωρες και μπορω να πω οτι καποιες απο τις εργασιες που κανω ειναι οντως σημαντικες για την ημερησια αποτελεσματικοτητα της εταιριας. Αυτα τα πολυ σημαντικα πραγματα που κανω δε πιανουν πανω απο 1-2 ωρες ενω τις αλλες ωρες κοινως κωλοβαραω.
Τα λεφτα που περνω ειναι λιγα, αλλα ολοι λενε οτι αν εχεις μερακι και ορεξη μπορεις να ανεβεις. Αρχιζω στις 7 και μιση, σχολαω στις 3 και μιση και ομως νομιζω οτι δεν δουλευω 8ωρο. Διοτι μολις φτασω σπιτι για να συνερθω θελω 2 ωρες υπνο. Ετσι αν βαλεις οτι χανω 1 ωρα το πρωι γιατι ξυπναω 6μιση και μιση ωρα το απογευμα για τη διαδρομη, καταληγουμε στο αποτελεσμα οτι πραγματικα η δουλεια μου τρωει 6μιση με 6 το απογευμα ισον 11μιση ωρες. Αλλες 5 μιση ωρες που κοιμαμαι το βραδυ παμε στις 17 ωρες. Μου μενουν στην ουσια 7 ωρες καθαρες για τον εαυτο μου.

7 ωρες δεν ειναι λιγες. Βεβαια τα 45 λεπτα καθομαι να φαω το μεσημερι και το βραδυ και 45 λεπτα στη τουλετα να κανω μπανιο και διαφορα αλλα παμε μειον 1μιση ωρα δηλαδη στις 5 μιση ωρες. Απο αυτες τις 5 μιση βγαζω μιση ωρα που περναω στο κρεβατι ριπταζομενος, προσπαθωντας να ξυπνισω.

Μας μενουν 5 ελευθερες ωρες. Τι μπορω να κανω σε 5 ωρες. Ολες οι ωραιες λεξεις εχουν καρβουνιασει ενω τα γλυκα συναισθηματα ειναι ενα συνονθηλευμα απο αναμνησεις και μελλοντικα σχεδια και σπανια πια η αυτη καθαυτη στιγμη.
Σκεφτομαι τι ωραια που περασα τοτε, υστερα σκεφτομαι τι ωραια που θα περασω καποτε και περναν οι ωρες στον καναπε απεναντι απο την τζαμαρια που βλεπει τις κεραιες.
Μια στο τοσο χτυπαει το κουδουνι, εχω ενα γειτονα παππου που ερχεται να με δει. Μου φερνει πρασινα μηλα και αζύμωτο καφε.

Δε μπορω να δω να αλλαζει κατι. Λεφτα δε μαζευω και ουτε βγαινω εξω να κανω φιλους.
Ετσι τελικα αποφασισα να βρω και μια δευτερη δουλεια παρτ-ταιμ το απογευμα μηπως και φιαξουν τα πραγματα.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Καποιος μπορει μεσα μου να πιει κρασι.


Καποιος μπορει μεσα μου να πιει κρασι.
Βεβαια πρεπει πρωτα να με ξεσκονισει επανειλημμένος γιατι η αληθεια ειναι οτι ειμαι μεσα στη σκονη. Παντου εχω σκονη
Απο την κορυφη μεχρι τη βαση.

Η αγαπημενη μου θεση μεσα στο σπιτι ειναι να στεκομαι πανω στη βιβλιοθηκη.
Βολευομαι πολυ ανετα εκει πανω και τραβαω την προσοχη. Ολο και καποιος θα πει...
«Οπς! Απο που ειναι αυτο.» και θα σουφρωσει τα ματια για να διαβασει τι γραφει στη ταμπελιτσα μου. Ημουν πολυ ψηλα πανω-πανω στη ξυλινη βιβλιοθηκη.

Τωρα ειμαι σε ενα μικρο συρταρι, μαζι με χαλασμενα γυαλια ηλιου, σελοτειπ , διαφημιστικα για πιτσες, τοκες, αξυστα μολυβια και αλλα αντικειμενα.

Το θυμαμαι με χαρα οταν με κερδισε, αυτος που του αξιζα. Με πηρε εκστασιασμενος και με κουνουσε ψηλα. Υστερα πανω στη βιβλιοθηκη. Θαυμασμος και γυαλισμα μια φορα τη βδομαδα. Αγνα χρονια.
Τωρα ειμαι ενα πλαγιασμενο, αχρειαστο, αδειο απο νοημα κυπελλο.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

Το παρτυ.

Σημερα θα παω σε ενα παρτυ.
Περιμενα πολυ καιρο αυτο το παρτυ και εχω κανει ολων των ειδων τις ετοιμασιες.
Ξερω τι θα πω σε καθε ερωτηση που θα κανουν για μενα. Ξερω ποτε δε πρεπει να μιλησω
και να αφησω τους αλλους να ξεδιπλωνονται. Εχω ετοιμαστει επισης για τις στιγμες της αμηχανιας.
Πως θα βαλω το σωμα μου πανω στην καρεκλα που θα τοποθετησω τα ποδια μου και τα χερια μου.
Ξερω απο ποιον θα ζητησω ποτο και ποτε θα επιβαλεται να το σερβιρω εγω.
Με διαφορα τεχνασματα εχω μαθει ποιος θα ειναι εκει και περιπου πως συμπεριφερεται ο καθενας
ωστε οι προβλεψεις μου να ειναι στατιστικα επιτυχεστερες.
Το μονο που μου μενει πλεον ειναι να με καλεσουν.
Το οποιο μαλλον ειναι απιθανο.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Πως να γραψεις ενα λογοτεχνικο βιβλιο.

Εν αρχη ειναι ο λογος. Ετσι... α πριορι πρεπει να υπαρχει ενας λογος για να γραψεις ενα βιβλιο. Ο λογοι που κανουν καποιον να γραψει ενα λογοτεχνικο βιβλιο δεν ειναι και πολλοι. Συνηθως ειναι η ματαιοδοξια, η κενοδοξια, η δοξα και η επαρση. Επισης η κατ' επιφαση τεχνη που ξεχυλιζει απο μεσα σου και δεν εχεις που να τη βαλεις.

Για να αρχισεις να γραφεις ενα λογοτεχνικο βιβλιο επιβάλλεται να εχεις διαβασει. Να εχεις διαβασει πολυ μαλιστα. Να ξεκοκαλισεις τους κλασσικους να τους κανεις δικους σου. Σκοπος αυτη της κίνησης ειναι οτι υπαρχει μια τεραστια πιθανοτητα να απογοητευτεις με τις διανοιες που εχεις να συναγωνιστεις και να τα παρατησεις. Αν γινει αυτο, μαλλον ειναι οτι πιο σωστο μπορεις να κανεις. Η περιπτωση να εχεις την ικανοτητα να γραψεις ενα καλο λογοτεχνικο βιβλιο ειναι πεντασπανια ετσι ξεροντας οτι θα εισαι κατω του μετριου ειναι δικη σου αποφαση να ξεφτιλιστεις σε ολους, εκτος απο τη γυναικα/αντρα σου και μερικους φιλους που παντα σε υποστηριζουν.

Η δικλιδα σε αυτη την περιπτωση, οπου εισαι η περιπτωση αλλα οι αλλοι δε σε καταλαβαινουν ειναι ακομα πιο σπανια, αρα μην ελπιζεις απλα παρατατα. Αν οντως νιωθεις ξεχωριστος τοτε βαλε ως κριτες σου τους μεγαλους κλασσικους. Συγκρινε τα γραπτα σου μαζι τους και κοιτα που βρισκεσαι.

Αν εχεις αυτα τα δυο στοιχεια. Εχεις διαβασει πολυ, και ξερεις οτι μπορεις να γραψεις καλα, αυτο που απομενει να κανεις ειναι να ζησεις. Πρεπει να ζησεις με παθος και ρισκο. Να σκληραγωγηθεις και να πεσεις χαμηλα στη κολαση. Να ξανασηκωθεις και να ξαναπεσεις. Να κανεις σβουρες στο παραδεισο και να δοκιμασεις οτι μηλο δεις μπροστα σου. Δεν νομιζω να υπαρχει καποιος λογοτεχνικος συγγραφεας ο οποιος να ζουσε χαλαρη ζωη περιμενωντας στο γραφειο του να του ερθει η επιφοίτηση.

Αν ζησεις, το μονο που απομενει ειναι να δημιουργησεις. Την στιγμη της δημιουργειας ο πραγματικος κοσμος χανεται και υπαρχει μεσα σου μονο η ιδεα. Ιδρωνεις μαζι της, καταγινεσαι, κανεις ερωτας και καταδιωκεσαι. Γινεσαι πλουσιος και ζητιανος, γυναικα και αντρας, παππους και παιδι. Γινεσαι ολοι οι χαρακτηρες σου. Βουτας μεσα τους, τους γραπωνεις τη ψυχη και την σφουγγιζεις μεχρι να βγαλει την πεμτουσια που θα βαλεις στα χειλι τους.

Αν τα κανεις ολα αυτα. Περναμε στο λιγοτερο δυσκολο. Στο θεμα. Το θεμα ειναι μια ψευδαισθηση. Ποτε δεν υπαρχει θεμα. Ενα λογοτεχνικο βιβλιο δεν εχει θεμα. Ειναι οπως ακριβως η ζωη απλα για καποιο λογο εσυ που θα γραψεις θες να την αλλαξεις, να γραψεις για μια αλλη ζωη που δεν καταλαβαινω γιατι να το κανεις αυτο.

Καλη επιτυχια.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2007

Tαυρισια χνωτα

Ταυρισια χνωτα πανω σου
Και παρελκομενες βλεφαριδες
γυρω τα ματια μαυρα γυρω σου

πανω στον ταυρο πλαι.

Πιρουνια σφενδονιζονται
στην οψη του σφενδαμου
κι εκει που αναπαυομουνα
κατι αλλο θε να γινει.

Κι αποψε που κοροιδευα
την αποψη του λουπους
αστην ευχη ας ελεγα
να πιασω μια


θλιψη
πιο θλιβερη απο καθε εγκατάλειψη
απο καθε πιρσινκ
και μαλτιπλ φραγκ του τσιτερ.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Παχνη

Πάχνη.
και μηχανισμος και Παχνη.
Αυτο που πρεπει να κανεις,
ειναι να σωπασεις.

Και να περιμενεις.

Και οταν ολα καταλαγιασουν,
οταν ολα ειναι ανυποψίαστα

τοτε κι εσυ.

αυτο που πρεπει να κανεις
ειναι κρυο.

Στους πορους.
Στους σπορους.
Παγος.
Στα τζαμια που κοιτας
ενα αρρωστο ειδωλο.
Παχνη.

Τα συμβολα.

Λεπτη ζαχαρη με τα δακτυλα σχηματισμενη.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Το τετραδιο.


Μου αρεσει να με αγγιζει αυτη. Παντα με αγγιζει εξωτερικα πριν με ανοιξει, για να της διηγηθω παλιες ιστοριες ή να βαλει μεσα μου καινουργιες.
Ειναι καλη.
Με κοκκινα ισια μαλλια μεχρι τους ώμους, λεπτα αγκαθωτα φρυδια, πορώδες μυτη και μαγουλα.
Δεν την εχω δει πολλες φορες να μιλαει αλλα οταν μιλαει στραβωνει το στομα προς τα δεξια.

Τα χερια της ειναι πολυ λευκα, οστεοδης και ασθενικα.
Με αγγιζει ελαφρα, καμια φορα νομιζω οτι με χαιδευει, δε ξερω σιγουρα.

Εγω παντα ειμαι μεσα σε ενα συρταρι απο ενα επιπλο.
Ωραιο επιπλο, βαρυ, κερασια. Μυριζει ομορφα.
Καμια φορα κανει και 2 βδομαδες να με σκεφτει.

Εχω και ενα φιλο. Το στυλο. Ειναι ενας φτηνος στυλος. Αν ξερατε ποσο ανοητα ειναι τα στυλο... Τιποτα δε κανει. Απλα γραφει. Δε μιλαμε. Μπορει και να μη ξερει να μιλαει.
Μονο να γραφει ξερει και ειναι και πλαστικο.

Πρεπει να παραδεχτω οτι τα φυλλα μου ειναι παλια.
Με ειχε αγορασει πριν 2 χρονια απο ενα βιβλιοπωλειο. Ημουν ενα φτηνο τετραδιο.
Τωρα ειμαι ακριβο για αυτην, εχω τοσα μεσα μου δικα της. Σχεδόν οι μισες σελιδες μου ειναι γεματες. Γεματες απο τα μικρα καλλιγραφικά της γραμματακια.

Μα για αλλο λογο θελησα να πω αυτη την ιστορια. Ειναι πικρο αλλα πρεπει να το πω.
Αυτα που γραφει ειναι γελοια. Γραφει κατι ψευτοποιηματα. Με ολο κατι καρδιες που ματωνουν, φεγγαρια που κλαινε, και τραυματισμενους μονοκερους. Υστερα καθεται και χαμογελα νομιζοντας οτι επειδη τα εχει σε μορφη τετραστιχων ειναι ποιηση.
Ποσο αθωα.

Προχθες για πρωτη φορα τα ειχε δειξει και σε καποιον αλλον. Ηταν ενας τυπος. Του διαβασε 4-5. Αυτος της ειπε οτι ειναι εκπληκτικα και μετα γαμιοντουσαν.

Σημερα μου φερθηκε βαναυσα. Ηρθε και με γραπωσε με δυναμη και μανια μεσα απο το συρταρι. Με ανοιξε και αρχισε να με βρεχει με τα δακρυα της. Υστερα μου εσκιζε τις σελιδες. 3-3 5-5. Εγινα χιλια κομματια.

Τωρα αργοπεθαινω μεσα σε ενα καδο σκουπιδιων. Ξερω το μελλον μου.
Το ηξερα απο την αρχη.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Η Νεραποστολή


"Παπαρια. Χαλασε η δουλεια." Μονολογουσε ο Μαυρος. Καθοντουσαν οι δυο τους εξω απο την αποθηκη τους, φτιαγμενη με λαμαρινες. 38 βαθμους θερμοκρασία. Ιδρωναν. Το βραδυ θα εφτανε τους μείον 2.
"Ενα βαρελι ολοκληρο θα επερνα και το χανω για τις μαλακιες των αλλων. Φοβιτσιαριδες.
Μαλακισμενα. Μονο για καμια εικονοκλοπη ειναι οι μαλακες. Φτωχομπινεδες."

Ο Τσαο καθοταν διπλα του πανω σε ενα πισι ταουερ που το ειχε κανει σκαμπουδακι.
Ειχε βαλει μια νεα βαφη μαλλιων. Του την εχει φερει η αδερφη του που εμενε στη πολη και ειχε κλιαρενς. Νεα μοδα αυτη. Που τις βρισκουνε ρε... Καθε μερα στις 8 το πρωι το μαλλι του αλλαζε χρωμα. Χρωμα εκπληξη. Τωρα ηταν πορτοκαλι. Κοιτουσε στον ουρανο και καπνιζε την ηλεκτρονικη πιπα του με οπιο.

"Ρε μαλακα σχιστοματη. Πες κατι. Κανε κατι γαμω τη πουτανα μου."
"Τι να κανω ρε μαλακα μαυρε; Γαμησε με." Πηρε μια ρουφηξιά.

Ο μαυρος εβλεπε απεναντι τον κοκκινο θολο της θεσσαλονικης. Εβγαλε ενα πλαστικο μπουκαλακι και εριξε μεσα στο στομα του 2 υδροκουμπια. Περασε το παπουτσι του στην χαρακωμενη ερημη γη. Κοιταξε τον ουρανο. Εδω και δεκα χρονια ηταν παντα απογευμα.

"Γαμω το βιοσεντονι το μπουρδελο." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο ειχε μπει στο κοσμο του.
"Ρε μαλακα Τσαο. 10 Χρονια εχουμε να δουμε ηλιο. Πες κατι ρε."
"Στ 'αρχιδια μου."

Ειδαν σκονη στο χωματοδρομο.
"Οπα ο Ιωσηφ ειναι." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο κοιταξε αδιαφορα.
Εφτασε ενα παλιο φορτηγακι και φρεναρε διπλα στην αποθηκη τους. Φορουσε μια λαδι βερμουδα. Χοντρες αντι-ραδιενεργες μποτες με εξτρα ασημενια λουρια. Και ενα δημοσιογραφικο γιλεκακι. Απο μεσα γυμνος. Το σωμα του ζαρωμενο. Οπως ολων. Τα μαλλια του ηταν κοντα και δεξια στα πλαγια ξυρισμενα. Ειχε περασει μια μικρη ιντελοπλακα. Οτι και να κανε ομως βλακας ηταν. Το προσωπο του ηταν σπυριασμενο.

"Ξεκολατε παρταλια." Ειπε καθως κατεβαινε.
"Τι εγινε ρε Τζοζεφ;"
"Ηρθα να σας φτιαξω ρε."
"Για πες."
"Νεραποστολή. Σε 1 ωρα. Στο 15β."
"Στανταρ;"
"Ε ναι σου λεω."
"Απο που το μαθες." Ρωτησε καχυποπτα ο Μαυρος.
"Ασε τωρα... Στανταρ σου λεω."
Το στομα του Μαυρου μονο με την ιδεα του νερου μουδιασε λες και ειχε φαει λεμονι.
Ειχε να πιει αληθινο νερο εδω και 7 μηνες.
"Για ποσα βαρελια μιλαμε;"
"Πολλα ξερω γω. 10-15."
"Μαλιστα... Ενταξει τι καθομαστε ξεκιναμε. Ελα Τσαο παμε. Πηγαινε φερε τα σιδερα και 3 παραλαιζ." Τον προσταξε ο μαυρος.
"Θα πρεπει να σκοτωσουμε;" Ρωτησε ο Τσαο σχεδων με αφελεια.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2007

H σιωπη του μηχανικου και το πρωτοκολλο του συνεργειου.




Σημερα πηγα το μηχανακι σε ενα συνεργειο.
Μεσα ο μηχανικος, με την μπλεβρωμικη φορμα του ηταν καθισμενος
και σκαλιζε ενα vmax.
Η συνομιλια με ενα μηχανικο στο μαγαζι του εχει πολλες ιδιαιτεροτητες.
Εγω καθως εχω παλια μηχανη και συχρωτιζομαι συχνα μηχανικους
εχω κατανοησει το πρωτοκολλο του συνεργειου, για καποιον αρχαριο βεβαια, ισως ειναι δυσκολο και εκνευριστικο.
Στην αρχη δε μιλας καθολου... Αυτος ξερει οτι μπηκες μεσα, σου ριχνει μια
αμυδρη ματια αλλα παριστανει οτι δεν καταλαβε οτι μπηκε καποιος.
Σκουπιζει λιγο τον ιδρωτα του με το μαυρισμενο τριχωτο του βραχιωνα
και συνεχιζει να σκαλιζει τη μηχανη.
"Τι εγινε" Λεω εγω.
Αυτος δε μιλαει. Φυσικα δεν περιμενεις να μιλησει...
Περιμενεις 5 λεπτα. Χαζευεις κατι εξατμισεις, κατι λυμενα ψευδο-εντουρο.
Υστερα περιπου στο 10 λεπτο γυρναει και σε κοιταει λιγο υποτιμητικα και χαιρεταει κουνοντας ελαφρα το κεφαλι. Εσυ παλι δε πρεπει να μιλησεις.
Μετα απο λιγο, συνηθως το πολυ σε ενα λεπτο, σηκωνεται σκουπιζει δηθεν τα χερια του
με ενα στυππειον.
"Τι εγινε;" Ρωταει.
"Καλα να εφερα τη μηχανη, κατι γινεται και μπερδευει."
"Οκ αστην και περνα αυριο το απογευματακι."
Βγαζεις το κλειδι απο το μπρελοκ το κρεμας σ ενα ενα καρφι στο πινακακι που εχει εκει στο τοιχο διπλα σε ενα μεσοφυλλο του πλει μπου και αποχωρεις.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

Ως σαν Κιναιδος



Στα τελη της δεκαετια του 80 θυμαμαι. Τοτε που ο κοσμος πηγαινε στις ταβερνες.
Πηγαιναμε κι εμεις. Ο μπαμπας, η μαμα , εγω και ο αδερφος μου.
Ειχανε τοτε οι γονεις μου ενα μαγαζι με ρουχα. Το βραδυ πριν κλεισουμε, ερχοταν οι εμποροι να πληρωθουνε και βγαιναμε ολοι μαζι. Ποτε ποτε ερχοταν και κανενας γειτονας και μαζευομασταν καμια 7-8 ατομα.
Υπηρχε ενα χρονικο σημειο, ακριβως με την τελευταια μπουκια μου, οταν αρχιζαν οι μεγαλοι να αναβουν τσιγαρο, που το γκαρσονι ερχοταν και μαζευε τα πιατα ρωτωντας αν θελουμε να κερασει γλυκακι, που με επιανε μια ελαφρα νυστα και που τα κιτρινα κλειδια της ζωης ηταν πανω απο 4 οπου ο πατερας αρχιζε να λεει ιστοριες.
Η πιο χαρακτηριστικη ηταν με ενα φιλο του που τον ονομαζαν "το ξαδερφι".
Το ξαδερφι λοιπον λατρης της καθαρευουσας οποτε εφτανε στο πατρικο του, ρωτουσε τη μανα του.
"Μανα τι εχεις μαγειρεψει σημερα; Πειναω ως σαν κιναιδος."
Του απαντουσε κι αυτη η κακομοιρα το μενου της ημερας, χωρις να αντιλαμβανεται τι της λεει.
Το ξαδερφι ειχε και μια αδερφη, η οποια ηταν λιγο ασχημουλα, λιγο εσωστρεφης λιγο καπως, δυσκολευοντας τους γαμπρους να την πλησιασουν. Με τα πολλα της προξενεψαν εναν πατερ. Νεος, ανυμφευτος , ανθρωπος του θεου, σταθερη δουλεια.
Πηγε λοιπον σπιτι τους για μεσημεριανο και να γνωρισει την κοπελα.
Καθιμενοι στο τραπεζι, η μανα, η αδερφη, το ξαδερφι (ο πατερας ειχε πεθανει)
και ο παπας. Λεει ο πατερ στην αδελφη.
"Καταπληκτικο το γευμα δεσποινις Ελπιδα."
"Ευχαριστω, απαντα εκεινη με χαμηλο βλεμμα."
"Εσεις τα μαγειρεψατε ολα;"
"Ναι, και... με μια βοηθεια της μαμας"
"Πραγματικα, πεντανοστιμα και ειχα και μια ορεξη..."
Παιρνει θαρρος και η μανα, θελει να δειξει οτι ειναι και μορφομενη, λεει,
"Πατερ πρεπει να πεινουσατε ως σαν κιναιδος;"
Σαστισε ο ιερεας, δαγκωθηκε το ξαδερφι.
Καπου εκει με επαιρνε κι εμενα ο υπνος. Ποτε δεν εμαθα αν ευοδωσε το προξενιο και παντα ξεχνουσα να ρωτησω την αλλη μερα.