
Αυριο καλοι μου φιλοι αρχιζουν οι διακοπες. Θα παω σε ενα μικρο νησακι του αιγαιου
και δεν ξερω ποσο θα κατσω (Παω με προοπτικη να μεινω μεχρι τελη αυγουστου).
Νομιζω οτι πρεπει να υπαρχει προσβαση στο ιντερνετ απο εκει ετσι θα προσπαθησω να ανεβασω καμια ιστοριουλα ή ετσι απλα να κανω βολτιτσες στη μπλογκοσφαιρα που και που.
Σας αφηνω με ενα μεγαλουτσικο κειμενο 20 σελιδων (αυτοτελές αποσπασμα απο ανεκδοτο προχειρο μυθιστορημα.)
(Μέρος Πρώτο.) Τα αμάνικα μπλουζάκια.
Αποφάσισα να πάω να βρω την Ειρήνη. Την πήρα τηλέφωνο, ενθουσιάστηκε, μου είπε ότι με περίμενε με ανυπομονησία. Ο Σταυρός με πήγε μέχρι το σταθμό των λεωφορείων με το αυτοκίνητο, με άφησε, με χαιρέτησε και έφυγε.
Αν έχεις γνωστό αυτόν που εκδίδει τα εισιτήρια στα Κτέλ μπορείς εύκολα να επωφεληθείς. Πρέπει βέβαια να εμπιστεύεσαι το γούστο του, από εκεί και πέρα βγάζεις ένα εισιτήριο νωρίς, και του λες, αν έρθει καμία ωραία κοπελίτσα να της δώσει τη διπλανή θέση. Αυτή έρχεται ανυποψίαστη και κάθετε δίπλα σου. Ούτε καν μπορεί να φανταστεί, ότι όλα αυτά που θα γίνουν, είναι μεθοδευμένα. Υπάρχουν βέβαια αρκετοί παράγοντες που μπορεί να αποτρέψουν αυτή την συνάντηση. Όπως για παράδειγμα το λεωφορείο να είναι άδειο και η φίλη μας να καθίσει κάπου πίσω, σε μια κενή θέση ή ακόμα να είναι τόσο γεμάτο που συνεχώς να γίνονται μπερδέματα και να κάθετε ο ένας στην θέση του αλλού.
Είναι πολυ συχνο να νομίζει ο άπειρος επιβάτης ότι η θέση που αναγράφετε στο μικρό μεταλλικό καρτελάκι μπροστά του, είναι η δική του θέση, ενώ αυτή είναι η θέση του μπροστινού του. Ύστερα αυτός που έχει κάνει το λάθος αρνείται να σηκωθει, ενας αλλος τον περιμένει με τα χέρια στη μέση όρθιος και τον κοιτάει σιχασιάρικα ενω από πίσω του σπρώχνει την πλάτη, η γωνία μιας βαλίτσας από κάποιον τριτο που βιάζετε και βλαστημάει την ώρα που αποφάσισε να πάρει λεωφορείο.
Μερικοι αλλοι σφυρίζοντας στεκονται ακόμα στα σκαλιά της πόρτα και δεν μπαινουν στο διάδρομο του λεωφορείο απο ιδιοτροπια. Ένας άλλος τυπος πιέζει το σακάκι του με μανία στις μακρουλές εσοχές που είναι πάνω από τα καθίσματα και του πέφτουν δεκάδες κέρματα και αλλά μικροαντικείμενα στα κεφάλια των συνταξιδιωτών του.
‘Όλοι ανεξαιρέτως παραπονιούνται ότι ο οδηγός δεν ασχολείται καθόλου. Αυτός κάθετε και καπνίζει το τσιγάρο του ήσυχος σε ένα παγκάκι. Γίνονται μικροί καυγάδες υψώνονονται δυο–τρεις φωνές και τελικά βρίσκεσαι να κάθεσαι με μια μεσήλικη παχουλή γυναίκα που τα μπούτια της πιάνουν μιάμιση θέση.
Αυτές όλες οι διαδικασίες της γνωριμίας με τη διπλανη σου, ισχύουν περισσότερο βέβαια για τα μεγάλα ταξίδια που είναι σχεδόν αναπόφευκτο να σου αρνηθούν τον διάλογο. Στα μικρά ταξίδια οι περισσότεροι αποφεύγουνε να γνωρίζονται με τον διπλανό τους γιατί το θεωρούν υπερβολικό να κανείς μια γνωριμία έτσι απροκάλυπτα μόνο και μόνο για την γνωριμία.
Από την άλλη όταν το ταξίδι είναι μεγάλο, υπάρχει πάντα η δικαιολογία ότι μιλάς έτσι απλά για να περάσει η ώρα ευχάριστα.
Δείχνεις στον διπλανό σου να καταλάβει ότι δε του μιλάς επειδή είναι αυτός που είναι αλλά απλά βαρέθηκες να βλέπεις τα ίδια χωράφια να περνάν μπροστά σου χωρίς να σου δίνουν τίποτα. Σε όλα αυτά παίζει μεγάλο ρόλο να υπάρχει και μια ελαφρα παρόρμηση από τον συνομιλητή σου.
Μια τέτοια γνωριμία κάνει καλό σε όλους. Κυρίως δε στους γύρω σου. Είναι μεγάλη ευχαρίστηση από τους μπροστινούς σου, τους πίσω σου και του παραδιπλανούς σου να ακούν τη συζήτηση που κανείς, ειδικά αν καταλάβουν ότι πρόκειται για μια γνωριμία της ωρας. Στήνουν αυτί όλοι με ενδιαφέρουν και παρακολουθούν τι θα πεις πως θα απαντήσεις, τι θέματα θα αναλύσετε και όλα αυτά τα μικρά ουσιαστικά πράγματα της πρώτης γνωριμίας.
Υπάρχει πάντα βέβαια το εμποδιο ενός mp3 ή ενός βιβλίου που καθιστά δύσκολη την πρώτη επαφή . Η διπλανή σου κάθετε και με το που ξεκινάει το λεωφορείο φοράει κατευθείαν τα ακουστικά της, κόβοντας κάθε δίοδο επικοινωνίας.
Τώρα το ταξίδι θα είναι λιγότερο από μια ώρα, έτσι δεν υπάρχει προοπτική για τίποτα τέτοιο
Οι επιβάτες λόγιων-λόγιων περιφέρονται παίρνοντας ένα υπεροπτικό ύφος.
Το χειρότερο στα λεωφορεία είναι οι κύριες με τα αμάνικα μπλουζάκια και τα πλαδαρά μπράτσα, ειδικά όταν κάθονται δίπλα σου και σε ακουμπάνε με αυτά τα μπράτσα. Το κόκαλο του αγκώνα ούτε καν που φαίνεται κι όσο ανεβαίνει το βλέμμα σου προς τα πάνω διακρίνεις σταγόνες που δειλά πέφτουν συμπαρασύροντας η μια την άλλη . Ύστερα οι κύριες βγάζουν την κινεζική βεντάλια και σου προσφέρουν και σένα λίγο αέρα, έτσι στα κλεφτά, καμία φορά ίσως το κάνουν και επίτηδες, για να εξαμβλήνουν το γεγονός του ιδρωμένου μπράτσου. Κατόπιν αφήνουν την βεντάλια πάνω στα ποδιά τους (που στην αρχή του ταξιδιού είναι ενωμένα μεταξύ τους.) Σηκώνουν το μπουκαλάκι με το νεράκι από το διχτάκι μπροστά τους, πίνουν αλαφιασμένες ρίχνοντας ένα βλέμμα στα γύρω καθίσματα και βγάζουν ένα ελαφρύ αναστεναγμό.
Ένας τύπος με πυκνή γκρίζα φαβορίτα και μουστάκι μας ειδοποιεί ότι ξεκινάμε. Κάθετε μπροστά στην μεσαία πόρτα και ελέγχει τα εισιτήρια φορώντας ένα πουκάμισο με σηκωμένα τα μανίκια και νοτισμένο μέχρι χαμηλά στις μασχάλες.
Ανάβω ένα τσιγάρο για να μπω από τους τελευταίους, έτσι κι αλλιώς οι θέσεις είναι προκαθορισμένες δε θα μπορούσα να αλλάξω τίποτα.
Ως συνήθως κάθεσαι με το λάθος άτομο και σκέφτεσαι: «Πέντε λεπτά νωρίτερα να ερχόμουν, ίσως ήμουν δίπλα σε εκείνη την ωραία κοπελίτσα.» Είναι ωραίο να κάθεσαι δίπλα σε κοπέλες στα λεωφορεία επειδή είναι στενά. Αν κάτσεις εσύ πρώτος, από ευγένεια δεν της κοιτάς στα μάτια και συνάμα μαζεύεσαι δείχνοντας ότι έχεις τρόπους . Συνεχίζεις με αυτήν την στρατηγική και μπορεί να μην κοιταχτείτε καθόλου σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού.
Πάντα όμως φαντάζεσαι και νιώθεις το στερνό τους να ανεβοκατεβαίνει, καθώς μυρίζεις το άρωμα τους. Ίσως σε κάποια στροφή να ακουμπήσουν οι γυμνοί αγκώνες και ίσως ακόμα και κάποιο σημείο από τα ποδιά κοντά στα γόνατα. Όσο πιο όμορφη είναι αυτή που κάθετε δίπλα σου τόσο πιο πολύ εστιάζονται οι σκέψεις πάνω στο σημείο που ο ένας αγγίζει τον άλλον . Όσο παραμένεις σε αυτήν την στασιμότητα, που αγγίζεστε, αγχώνεσαι αν πραγματικά γίνεται όλο αυτό το άγγιγμα επί σκοπό και αν αυτή η παραμονή είναι μια απόφαση και των δυο. Έτσι κάποιος πρέπει να κάνει την κίνηση αποστασιοποίησης πρώτος. Αυτή η κίνηση θα πρέπει να γίνει με τρόπο που είναι έμμεσος και δευτερεύον. Θα φαινόταν αδιανόητα προσβλητικό να κανείς απλά την κίνηση αποστασιοποίησης χωρίς να είναι επικαλυμμένη με κάτι άλλο. Ίσως από μια σειρά κινήσεων που κάπου στη μέση θα εμπεριέχει και την αποκοπή της ένωσης των 2 σωμάτων. Τελικά όμως ότι και να γίνει, αυτός που θα υποστεί την αποστασιοποίηση, το παρατηρεί και νιώθει υπερβολικά άβολα που πρώτος ο διπλανός του αποφάσισε να χωριστούν.
Αυτή όλη η διαδικασία είναι δυνατόν να προσβάλει τον συνταξιδιώτη σου, αν εσύ πάρεις αυτήν την κρίσιμη απόφαση. Από την άλλη αν ήδη έχετε εδραιώσει κάποια επικοινωνία τα πράγματα περιπλέκονται όλο και περισσότερο και μπορούμε να οδηγηθούμε σε κατά πρόσωπο παρεξηγήσεις.
Πέταξα το τσιγάρο στην άκρη από το πεζούλι του πεζοδρομίου και μαύρισε καθώς έπεσε μέσα σε ένα μικρό αυλάκι από νερωμένες λάσπες. Έρεε αργά. Μεσα του σχηματίζε ο ήλιος γυαλιστερά τα χρώματα της ίριδας .
Πέρασα μέσα από την μεσαία πόρτα, η θέση μου ήταν προς τα μπροστινά καθίσματα . Έφτασα. Κοίταξα στην πλάτη του μπροστινού καθίσματος τη θέση 9 . Στο παράθυρο καθόταν ένας νεαρός με γυαλιά. Το πηγούνι του ήταν κακοξυρισμένο. Κάθισα δίπλα του , απέναντι μας ήταν 2 γιαγιάδες που μιλούσαν δυνατά με σκυμμένα κεφάλια δεμένα με μαύρες μαντίλες . Φαίνεται ακόμα ένα άνοστο ζεστό ταξίδι σκέφτηκα ακούγοντας την δυνατή μουσική με τα μεταμοντέρνα λαϊκά που έχουν λίγο μπιτ και λίγο μπουζούκι.
(Δεύτερο Μέρος) Χωρίς αλκοόλ
Κατέβηκα από τον σταθμό και την πήρα τηλέφωνο όπως είχαμε κανονίσει. Ήταν νωρίς το μεσημέρι και όλος ο κόσμος έψαχνε κάποια σκιά για να δροσιστεί.
Περίμενα να είναι ωραία. Όχι πολύ ωραία αλλά από αυτές τις γυναίκες που τις βλέπεις στο δρόμο και θέλεις να κανείς κάτι μαζί τους... Ξέρεις όμως ότι δε θα γίνει τίποτα. Είναι κάποιες κοπέλες έτσι κοινότοπες , που θα ήταν πιθανό να βρεθούν μαζί σου, αλλά είναι αδύνατο μόνο και μόνο γιατί ποτέ δε θα γνωριστείτε.
Μια τέτοια κοπέλα περιμένω να είναι και αυτή. Είναι αυτές οι χαρακτηριστικές κοπέλες με το τζηνάκι και το φουτεράκι που κρύβουν καλά την φλόγα μέσα τους . Το ωραίο κωλαράκι και τα στητά στήθια που κάποιος τυχερός υπό τυχαίες συνθήκες τα χαίρεται. Διότι ούτε είναι ιδιαίτερος, όμως ούτε αυτές ζητάνε τον ιδιαίτερο . Δεν θέλουν να ακούνε παράξενες θεωρήσεις για τη ζωή, ούτε να μπλέκονται σε παράξενες καταστάσεις . Πιστεύουν ότι η «φίλια» είναι μια ανιδιοτελής σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων , ότι η ελευθέρια του ενός σταματάει στην ελευθέρια του αλλού και ότι μπορεί να μην υπάρχει θεός αλλά υπάρχει μια ανώτερη δύναμη. Γενικότερα αυτά που πιστεύουν, όταν θα ειπωθούν σε μια συζήτηση κανείς δε θα διαφωνήσει γιατί είναι αυτά που αποδέχονται όλοι.
Πιθανότατα όμως αυτός είναι ένα καλό παιδί. Κάποιος που τη βγάζει για καφέ στην παράλια, περπατώντας αργά , την πάει για ποτό καθισμένοι σε τραπέζι , σε ταβέρνα για ψαράκι και ακόμα διακοπές στα νησιά , οι δυο τους να βαριούνται τα ρομαντικά γαμήσια. Συζητάν και κουτσομπολεύουν τους περαστικούς από τα στενά άσπρα σοκάκια, τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, τον μπάρμαν του κλαμπ και την γκαρσόνα της καφετερίας. Ύστερα μιλάνε για την σχέση τους , ταχα παρεξηγιούνται και το σβήνουν με λίγο παραπάνω κρασί.
Στην παράλια το βράδυ ερωτεύονται για αλλαγή στην άμμο δίπλα στα βραχάκια, νιώθοντας ότι κάνουν κάτι αξέχαστο. Μετά αυτή σηκώνετε παραπονιέται για την άμμο στο κυλοτάκι αλλά τα ξεχνάει όλα καθώς της λέει: «Σ’ αγαπώ.» Λέει κι αυτή: «Kι εγώ σ’ αγαπώ.» Και όλα είναι όμορφα.
Από τις φωτογραφίες μου φαινόταν κάπως έτσι. Από την άλλη είχαμε μια πιο πνευματική σχέση που μας έφερε σε αυτό το σημείο ώστε να συναντηθούμε. Κατά βάση όμως γυρνούσαν όλα γύρω από το φλερτ. Την συνάντηση ενός άντρα και μιας γυναίκας και ουσιαστικά το σεξ .
Κάποιες φορές είχαμε μιλήσει για σχέσεις και μου είχε πει, ότι κάτι έτρεχε με κάποιον, αλλά το απέφυγε να μιλήσει ειδικότερα. Δε ρώτησα παραπάνω .
Αυτά όλα με έφεραν να περιμένω σε ένα πάρκο ενός νησιού, στο παγκάκι, απέναντι από των υπεραστικό σταθμό των λεωφορείων . Κατά κάποιο τρόπο ήμουν ενθουσιασμένος αλλά και αγχωμένος συνάμα, διότι δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις. Στο απέναντι παγκάκι καθόταν 2- 3 γέροι ρώσοι με κόκκινες μύτες και συζητούσαν έντονα. Η μέρα ήταν καυτή και ο κόσμος γυρνούσε με τα ιδρωμένα κοντομάνικα και τα σορτς ξεφυσώντας . Η πόλη είχε αρκετούς να πηγαίνουν πέρα δώθε. Μαγαζιά με είδη οικοδομικής και μπουτίκ ρούχων, ταμπέλες από δικηγορικά γραφεία, κορναρίσματα, ξανθούς τουρίστες, αγροτικά φορτηγάκια , δεν έμοιαζε με νησί.
Είχα βάλει τα καλά μου και περίμενα σταυροπόδι με ένα τσιγάρο στο στόμα στη σκιά μιας ιτιάς, στο ξεθυμασμένο πάρκο. Όλα τα ρούχα που είχα στο κάμπινγκ, είχαν γίνει κουβάρι μέσα στις βαλίτσες. Βρήκα τελικά να βάλω αυτά που φαινόταν ότι ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Πριν μερικές μέρες είχα ξεχάσει μια βρεγμένη πετσέτα και είχαν πάρει όλα μια στυφή μυρωδιά. Tο κάλυψα όσο μπορούσα με ένα φτηνό αποσμητικό σπρέι που δανείστηκα από τον Ηλία.
Την περίμενα από στιγμή σε στιγμή και σε κάτι τέτοιες καταστάσεις δε ξέρεις πως ακριβώς πρέπει να φερθείς . Να της έδινα το χέρι...Nα την φιλούσα σταυρωτα...Ή να την χαιρετούσα απλά με ένα φιλικό νεύμα;
Ύστερα, έχουμε συζήτηση αρκετές ώρες, αλλά όλα ήταν σαν ψέμα από καλώδια, οθόνες και 14αρια greeklish Arial γραμματάκια. Αν την φιλούσα σταυρωτά, θα είχα την ευκαιρία να την μυρίσω και να έχω μια πληρέστερη πρόβλεψη για το τι θέλω από αυτήν. Από την άλλη, με αυτό δείχνεις μια επιθετικότητα. Σε μερικές αρέσει, άλλες πάλι τις τρομάζει .
Η χειραψία παραείναι τυπική και το νεύμα απόμακρο. Ίσως θα μπορούσα με το που έρθει, να της δώσω μια σφαλιάρα δυνατή στο πρόσωπο και μόλις πέσει κάτω, μια κλοτσιά στη κοιλιά για να την αποτελειώσω.
Δεν ήξερα από πού θα έρθει και κοιτούσα γύρω-γύρω. Τελείωσε το πρώτο τσιγάρο και άναψα ακόμα ένα στηρίζοντας το ανάμεσα στα χείλι μου. Έτσι είχα αποφασίσει ότι θέλω να με θυμάται στην πρώτη της εντύπωση. Βέβαια ποτέ δε θυμάσαι ακριβώς πως είναι ο άλλος την πρώτη στιγμή που θα τον δεις, παρά μόνο κάθε τόσο μεταλλάσσεται η ιστορία, όσο περνάει ο καιρός αλλάζεις και εσύ μαζί με τις εικόνες του παρελθόντος.
Από το ιντερνετ μπορείς να φαντασιώνεσαι διάφορα, ομως λεπτομέρειες όπως περπάτημα και κινήσεις δε μπορείς ποτέ να μαντέψεις. Μου είχε στείλει πολλές φωτογραφίες. Μου είχε στείλει μάλιστα μια που ήταν κάθετα κομμένη και αχνοφαινόταν ένα μάγουλο δίπλα στο δικό της . Εγώ της είχα στείλει αυτές που φαινόμουν πιο φυσιολογικός. Ίσως και αυτή το ίδιο. Όταν βλέπεις φωτογραφίες μέσα από το ιντερνετ πρέπει να υπολογίζεις πάντα το χειρότερο γιατί όλοι στέλνουν την καλύτερη που έχουν ή ετσι νομιζουν τουλάχιστον.
Τελικά ότι και να γίνει χαίρομαι που έχω έρθει εδώ και βυθίζομαι σε όλη αυτή τη διαδικασία της εφηβείας, με το να σκέφτομαι και να αναλύω πως θα της φερθώ. Βέβαια πραγματικά ξέρω ότι , ότι και να γίνει μόλις πιω τα 3-4 ποτηράκια της ημέρας θα θέλω να την γαμήσω όπως και να χει. Όλο αυτό όμως ήταν ωραίο και φαινόταν ανιδιοτελές. Να μιλήσεις, να γνωρίσεις το άγνωστο, να πεις για σένα να ακούσεις την κοπέλα. Να σου πει τι χαζάκια έκανε στο δημοτικό. Για την οικογένεια της και για ένα παλιό γκόμενο που ήτανε ρεμάλι, της φερόταν άσχημα και έπαιρνε ναρκωτικά.
Την είδα ξαφνικά. Ήρθε από τα δεξιά και προσπέρασε από μπροστά μου. Όλο αυτό στην πραγματικότητα ήταν ένα τρικ γιατί πριν προλάβω να τη φωνάξω γύρισε το κεφάλι χαμογέλασε και μου έκανε ματιά. Φορούσε ένα στενό ανοιχτό μπλε τζιν παντελόνι, μαύρα μποτάκια με τακουνάκι και ένα άσπρο πουκάμισο. Ήταν αρκετά ψηλή με καστανά μαλλιά κάτω από τους ωμούς, περιποιημένα με φράντζα προς τα δεξιά και από πάνω τους γυαλιά ήλιου. Της χαμογέλασα κι εγώ . Ήθελα ήδη να την πάρω και χωρίς αλκοόλ.
(Μέρος Τρίτο) Ειρήνη
Μαζί μου είχα μια τσάντα πολύχρωμη πλεχτή από αυτές που φοράνε στην πλάτη, ένα κόκκινο μαγιό, ένα μποξεράκι, δυο ζευγάρια κάλτσες και 3-4 τι-σερτ. Κάθισε δίπλα μου. Χαμογελούσαμε.
«Με γνώρισες κατευθείαν; Έτσι;»
«Ναι.» Μου είπε.
Δε μπορούσε να μου φύγει το χαμόγελο. Άναψα ένα ακόμα τσιγάρο . Άναψε και αυτή ένα. Της έδωσα φωτιά.
«Λοιπόν…» Εκανε πλέκοντας τα δάχτυλα της στα ενωμένα ποδιά της.
«Ωραία…Ήρθα τελικά»
« Ναι, τελικά συναντηθήκαμε.» Μου είπε.
«Θα πάμε κάπου να καθίσουμε;»
«Πάμε να πιούμε καφέ;» Με ρώτησε και πέρασε το νυχάκι από τον δείκτη της πάνω από τα κάτω δόντια της.
«Πάμε.» Σηκώθηκα πρώτος. Έβαλα την τσάντα μου στο ωμό και περπατήσαμε δίπλα-δίπλα. Προσπάθησα να καταλάβω αν ταιριάζαμε στο παρουσιαστικό. Μάλλον όχι.
Κατευθυνθήκαμε στη κεντρική πλατειά του νησιου. Από ότι μου είπε εκεί ήταν μαζεμένες όλες οι καφετερίες . Είχε πολύ κόσμο που καθόταν για τον μεσημεριανό καφέ του. Τα μαγαζιά μπορούσες αν ήθελες, και είχες την όρεξη και τον χρόνο, να τα ξεχωρίσεις. Μερικά ήταν για τους μεσήλικες επαρχιώτες που πλέων ήταν κατασταλαγμένοι στην ζωή τους, ήξεραν πώς να πιάνουν το καφέ και πώς να παραγγέλνουν ακόμα ένα νεράκι. Εκεί, από ότι μου φάνηκε δούλευαν οι πιο όμορφες γκαρσόνες. Μερικά αλλά, ήταν για μοντέρνους νέους με μοντέρνα μαλλιά και ρούχα, ενώ κάποια αλλά για νέους διάφορους που δε έδιναν τόση σημασία στη μόδα. Τελευταία ήταν κάποια αλλά, πιο πρόχειρα που μαζευόταν έφηβοι φρεσκοσχολασμένοι μαθητές. Τελικά πήγαμε σε ένα που ήταν για τους μοντέρνους νέους. Καθίσαμε σε ορθή γωνία σε ένα τραπεζάκι. Μιλούσαμε και με κοιτούσε συχνά στα μάτια. Είπαμε για το νησί και τον κόσμο που πηγαίνει διακοπές.
Έμενε εδώ μονο λίγο καιρό και δούλευε σε ένα νοσοκομείο καθώς είχε σπουδάσει νοσηλευτική . Έκανα χιούμορ για τις στολές που φοράνε και γέλασε αν και ήταν τετριμμένο. Δεν ένιωθα άβολα και αυτό ήταν καλό. Δεν ήξερα ακόμα που θα μείνω αν θα με φιλοξενούσε ή αν θα εμένα σε ξενοδοχείο . Μπορεί και να έφευγα, τίποτα δεν ήταν σίγουρο.
Μου ανέφερε ότι είχαν έρθει να τη δούνε, επίσης αυτές τις μέρες, μια φίλη της, με τον αρραβωνιαστικό της. Δεν ήθελα να γνωρίσω γνωστούς της, αλλά δε το έδειξα με την πρώτη. Ήταν γλυκούλα . Κινούταν ήρεμα . Όταν σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα, παρατήρησα τον κώλο της. Αν φτάναμε στο κρεβάτι, θα έπρεπε να είχα δει τον κώλο της από απόσταση, αν δε το κανείς αυτό είναι γρουσουζιά ή κάτι τέτοιο.
Φορούσε ένα στενό τζιν και τα ποδιά της ήταν λεπτά. Ο κώλος ήταν ικανοποιητικός. Ένας κλασσικός 29χρονος κώλος . Και όπως έλεγε και ο Πέτρος: «Αν η γκόμενα έχει ωραίο κώλο όλο το σώμα θα είναι ωραίο»
Κάπως έτσι είναι αυτές οι συναντήσεις που συμβαίνουν χωρίς λόγο και φαίνονται λες και δεν ήταν μέσα στο πεπρωμένο σου να συμβούν. Είναι αυτές που λέμε τραβηγμένες από τα μαλλιά. Που, αν και όλοι οι οιωνοί σου δείχνουν ότι δε πρέπει να γίνουν, εσύ επιμένεις και τελικά γίνονται. Οι οιωνοί μπορεί να μην είναι ευδιάκριτοι αλλά ξέρεις ότι υπάρχει μια κοσμική αποτροπή για το συγκεκριμένο γεγονός . Συνεχεία πριν από το συμβάν έχεις ευκαιρίες να το αποφύγεις και να πάρεις παράλληλους δρόμους, αλλά εσύ επιμένεις συνεχώς παραποιείς τα γεγονότα διαλέγεις κάτι διαστρεβλωμένες παρακαμπτηρίους ατραπούς και συνεχώς κυνηγάς αυτά τα γεγονότα, λες και θα σου προσφέρουν κάτι, ή λες και αξίζει η προσπάθεια. Στην πραγματικότητα δεν μοιάζει με δρόμο και παράλληλα μονοπατάκια, αλλά περισσότερο με σκάψιμο προς τα κάτω. Ίσως η ίδια η προσπάθεια ανάλυσης να είναι ο μοναδικός υπαίτιος σε όλα αυτά.
Έτσι σκάβεις βαθύτερα όπως οι ανθρακωρύχοι που θέλουν να μείνουν για πάντα εκεί. ‘Oχι για άλλο λόγο αλλά επειδή τους αρέσει και περνάνε μια χαρά στα σκοτεινά λαγούμια. Σκάβουν όλο και πιο βαθιά σε μερη που δε μπορούν να αναπνεύσουν. Το ξέρουν όμως ότι κάπου εκεί κρύβετε αυτό που ψάχνουν, αυτό που θα καταλήξει όλη την αναζήτηση τους . Σκάβουν και σκάβουν με τις λιγοστές δυνάμεις που τους απομένουν όμως τίποτα , κανένα στοιχείο παραπάνω δε βρίσκεται για να τους δικαιολογήσει την ύπαρξη τους σε εκείνο το σημείο. Παρ’ όλα αυτά, το γνωρίζουν ότι είναι σε ένα κύκλο, ότι έχουν εισβάλει για να βρουν τη λύση στο γεγονός που διέπει την ίδια την εισβολή τους . Καμία φορά νομίζουν ότι απλώς σκάβουν οριζόντια και ούτε καν με κλίση προς τα κάτω, αλλά προς τα πάνω. Έχουν περάσει πλέων χρόνια και τώρα, ίσως με ντροπιασμένα πρόσωπα, σκάβουν από συνήθεια. Σκαλίζουν μερικές γυαλάδες στο τοίχο, αλλά τίποτα σε αυτό το ορυχεία δεν είναι πια σημαντικό. Χάνετε η δουλειά τους , τα χέρια τους βγάζουν φουσκάλες και η πνευμονοκονίαση τους σφυροκοπάει τα στήθια όπως αυτοί το έδαφος. Εξαντλημένοι όλο και χαμηλώνουν τον ρυθμό τους. Βαδίζουν, εξουθενωμένοι μέσα στις σήραγγες με αργά βήματα σχεδόν σημειωτόν , πότε-πότε ρίχνουν μια με την αξίνα στα τοιχώματα, πασπατεύουν το ταβάνι με τα τραχιά από την προσπάθεια δάχτυλα τους και ξαπλώνουν να αναλογιστούν την μεγάλη αναζήτηση και την επιτυχία τους. Ελπίζουν ότι, η προσπάθεια είναι αυτή που μετράει. Αλλά αυτή η ελπίδα έχει γίνει η ίδια η προσπάθεια και είναι αφόρητη πλέον. Ο δρόμος της επιστροφής είναι πολύ δύσκολος.
Αν βέβαια βάλουν τα δυνατά τους είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα βρουν διέξοδο και θα δουν πάλι το φως της αγνοίας σαν την μέρα της έναρξης της αναζήτησης τους, αλλά ποιος θέλει να εμφανιστεί με καθόλου λάφυρα από αυτήν την πολύχρονη ανασκαφή. Την έχουν αποκλείσει αυτήν την εκδοχή σαν το χειρότερο εφιάλτη τους . Τους τρομάζει ακόμα περισσότερο και από το ανισόρροπο ταβάνι τα αιωρούμενα τοιχώματα και το αδύναμο έδαφος .
Το γυρίσαμε στις μπύρες. Πίναμε, καπνίζαμε, γελούσαμε. Ήταν ωραία. Σε κάποια φάση αποφασίσαμε ότι θα έπρεπε να πάμε για φαγητό. Σηκωθηκαμε και περπατησαμε στο δρομο. Δεν ήταν καιρό στην πόλη και δεν ήξερε πολύ καλά τα μέρη. Ο ήλιος είχε πέσει. Διάκρινες τα σύννεφα μέσα από τα διαστήματα των πολυκατοικιών. Καθώς βαδίζαμε με έπιασε αγκαζέ. Βρήκαμε μια ταβέρνα και καθίσαμε. Μερικοί φοιτητές σε ένα διπλανό τραπέζι είχαν κιθάρες, μπουζούκι και τραγουδούσαν. Παραγγείλαμε να φάμε αλλά δεν είχα όρεξη. Όταν περνάω καλά δε πεινάω. Πήραμε ένα λίτρο ημίγλυκο και άρχισα να νιώθω πολύ καλύτερα. Στο δεύτερο λίτρο άρχισα να λέω για την εφηβεία μου και τα κατορθώματα μου. Δεν χαλιόταν και έτσι πως καθόμουν σταυροπόδι έβαλε τον αγκώνα της πάνω στο γόνατο μου. Ήμουν αισιόδοξος ότι όλα θα πάνε καλά και άρχισα να το παίζω λίγο πιο απόμακρος. Σε κάποια φάση χτύπησε το κινητό της.
«Θα έρθει η φίλη μου, με τον αρραβωνιαστικό της. Σε πειράζει;»
«Όχι.» Είπα. Δεν ήθελα με τίποτα να γνωρίσω φίλους της . Βασικά έφταιγε όλο αυτό το κόλπο με το ιντερνετ. Όπως και να έχει δεν είναι πολύ φυσιολογικό να γνωρίζεις έτσι ανθρώπους.
«Τι γνώμη έχεις για αυτό που κάνουμε;» Τη ρώτησα.
«Ποιο;»
«Να αυτό τον τρόπο που γνωριστήκαμε.»
«Τι να σου πω. Τώρα που ειδωθήκαμε από κοντά… είναι σαν να μην είχαμε πει τίποτα πριν. Σαν να γνωριζόμαστε τώρα .»
Συμφώνησα με αυτήν την άποψη και κάναμε «Γεια μας» .
Η φίλη της ήταν μια στρουμπουλή που εισήρθε αεράτη από την είσοδο ανάμεσα από τα φυτά του μαγαζιού. Ο αρραβωνιάρης ακολουθούσε από πίσω, κοιτώντας κι αυτός προς το μέρος μας .
«Α, νάτοι.» Μου είπε η Ειρήνη κι άρχισε να χαμογελάει απομακρύνοντας τον αγκώνα της από το γόνατο μου.
«Ξέρουνε πως και τι;» Ρώτησα συνωμοτικά. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
Ήρθαν αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και με σύστησαν. Ήταν συμφοιτητές παλιά και είχαν προφανώς πολλές κοινές εμπειρίες .
Στο μισάωρο ένιωθα εντελώς ξένος. Που και που η Ειρήνη με κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι της με τρόπο που σήμαινε: «Όλα εντάξει.»
Ήταν καλή την είχα συμπαθήσει.
Ο αρραβωνιάρης ήταν ψηλός με μουσάκι και πρέπει να είχε αρκετά προβλήματα. Το κύριο θέμα του τραπεζίου ήταν, ότι θα παντρευόντουσαν σε λίγο καιρό. Το γκαρσόνι τους είχε φέρει ποτήρια για το κρασί και κάναμε όλοι: «Γεια μας να ζήσετε». «Να ζήσουμε» είπε μεταξύ του το ζευγαράκι και κοιτάχτηκαν με μια λάγνα απογοήτευση.
Με ρωτούσαν διάφορα και απαντούσα κάπως ανόρεκτα. Είχα κατεβάσει αρκετό κρασί. Η φίλη ήταν ενθουσιασμένη με τον γάμο και έλεγε για νυφικά , για γραφικά εκκλησάκια και για συγγενείς που δεν τους ήθελε στο γάμο αλλά ήταν αναγκασμένη να τους καλέσει. Σε κάποια φάση με ρώτησαν αν είχαμε γνωριστεί από το ίντερνετ. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και είπα πως είχα έρθει να δω ένα φίλο μου στο νησί και επί της ευκαιρία να γνωρίσω και την Ειρήνη.
«Ναι μιλούσαμε πολύ καιρό.» Εξήγησε αυτή. «Όταν ήμουν βραδινή και σχολνούσα τα χαράματα από την δουλεία τα λέγαμε σχεδόν κάθε μέρα , είχαμε αλλάξει και αριθμούς και καμία φορά μιλούσαμε και από το τηλέφωνο.»
Η συζήτηση πήγε πάλι στους γάμους. Οι διπλανοί φοιτητές έπαιζαν κάτι παλιά τραγούδια και αφοσιώθηκα εκεί. Το κρασί πινόταν εύκολα. Η Ειρήνη ποτέ-ποτέ με κοιτούσε πως έπινα. Κάποτε όταν το ζευγάρι φιλιόταν μου το ανέφερε.
«Πολύ πίνεις.»
«Είναι τρύπιο το ποτήρι.» Είπα, γιατί δεν είχα τίποτα πιο επιτυχημένο να πω εκείνη την ώρα.
Η φίλη κουνούσε πέρα δώθε τα χέρια της κρατώντας συνεχεία ένα σβηστό σλίμ τσιγαράκι ανάμεσα στα δάχτυλα με τα βαμμένα κόκκινα νύχια. Είχε καταλάβει ότι ήμουν λίγο σπασμένος και εγώ δε το έκρυβα.
«Έχεις ξανάρθει στο νησί Λέων;»
«Ναι το ’62» Είπα. «Είχα έρθει να διοργανώσω μια εκδήλωση με θέμα την χεγκελιανή διαλεκτική σε σχέση με τον αισθητική του μη όντως."
«Το ’62.» Είπε με απορία .
«Α, πλάκα κανείς.» Χαμογέλασε με επιφύλαξη και σούφρωσε τα ανύπαρκτα φρύδια της . Εγώ την κοίταξα σοβαρά. Η Ειρήνη με υπερασπίστηκε κάπως.
«Πλάκα κάνει μωρέ.»
Η φίλη αντιπαρήρθε , δε με πήγαινε ούτε κι αυτή. Ύστερα εξήγησε ότι έπρεπε να πάμε σε ένα άλλο φίλο τους, που είχε μια κρεπερί για να δούνε κι αυτόν και μετά μπορούσαμε να πάμε όπου θέλαμε. Πληρώσαμε βερεσέ και φύγαμε.
Στον παραλιακό δρόμο που δέσποζε ένας μεγάλος φάρος, είχε αρκετό κόσμο που έκανε την βολτούλα του. Την είχα ακούσει αρκετά από το κρασί, αλλά δεν ήξερα ακόμα πως θα κυλούσε η νύχτα. Η Ειρήνη με είχε συμπαθήσει. Από ότι φαντάζομαι ήθελε να με φιλοξενήσει, αλλά δεν ήταν εντελώς σίγουρη. Περπατούσε μπροστά με την φίλη της και εγώ από πίσω με τον αρραβωνιαστικό. Ήμασταν από την ίδια πόλη και αρχίσαμε να λέμε για τα παπάκια, τις σέμπρινκ εξατμίσεις τα φλάι και τις διάφορες αλητείες που είχαμε κοινές εκείνα τα χρόνια. Από αυτά που έλεγε φαινόταν ότι ήταν τσακαλάκι μικρότερος αλλά τώρα είχε μπει σε άλλες διαδικασίες .
« Θα ανοίξουμε πιτσαρία. Δε θα έχει τραπέζια μέσα , θα δουλεύει μόνο παραγγελιές. Θα αγοράσω κι ένα μηχανάκι και θα της πηγαίνω.»
«Μάλιστα.» Είπα.
Στην κρεπερί έπαιζε τέρμα σκυλάδικα. Πήρανε και φάγανε από ένα γλυκό και τα λέγανε με τον φίλο τους, τον ιδιοκτήτη. Με σύστησαν κι εμένα , κάθισα λίγο και ύστερα βγήκα έξω στο δρόμο να παρατηρήσω λίγο την πόλη για να έχω κάτι να θυμάμαι . Άναψα ένα τσιγάρο. Η Ειρήνη γυρνούσε και με κοιτούσε μεσα απο τη τζαμαρια. Ξαναμπήκα, ξαναβγήκα ήταν λίγο υπερβολικό αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ στενά μέσα στο μαγαζί. Τελικά μετά από λίγο μόλις τελείωσαν το γλυκό τους και ήπιαν τα νεράκια τους σε πλαστικά ποτηράκια από τον ψύκτη, βγήκαν έξω.
«Εσύ Λέων , που θα μείνεις;» Με ρώτησε κατευθείαν η καριόλα η φίλη.
Έκανα πως δεν άκουσα .Τελικά είπα «Ε;»
«Θα μείνεις εδώ σήμερα;» Με ξαναρώτησε με πηγαίο ενδιαφέρων.
Η Ειρήνη πήρε την πρωτοβουλία έβγαλε το κινητό της από την τσάντα και κοίταξε την ώρα.
«Λεωφορείο δεν έχει άλλο, το τελευταίο φεύγει σε 10 λεπτά και δε το προλαβαίνουμε.»
«Ναι εδώ θα μείνω. Θα δω. Μάλλον θα πάω σε κάποιο ξενοδοχείο. Αλλά εντάξει…» Συνέχισα « Πάμε να πιούμε κανένα ποτάκι και βλέπουμε.»
«Εμείς.» Είπε η φίλη και αγκάλιασε τον αρραβωνιαστικό. «Είμαστε κουρασμένοι μάλλον θα πάμε σπίτι.» Το ζευγάρι από ότι κατάλαβα είχε κάτι συγγενείς εδώ και θα μένανε εκεί.
«Α» έκανα.
Τελικά χωρίσαμε . Φιλήθηκαν και η Ειρήνη υποσχέθηκε να τη πάρει αύριο το πρωί τηλέφωνο.
Χάρηκαν που με γνώρισαν και αποχώρισαν.
Τους βλέπαμε να ξεμακραίνουν στο δρόμο . Η Ειρήνη γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε. Τέντωσε το κορμί της .
«Που θες να πάμε;» Mε ρώτησε. Ήθελα να της πω αυτό που σκεφτόμουν αλλά τελικά είπα: «Πάμε σε κανένα μπαράκι.»
Βρήκαμε ένα σκοτεινούτσικο και κάτσαμε σε ένα τραπέζι. Είχα καιρό να κάτσω σε τραπέζι σε μπαράκι, με κοπέλα, οι δυο μας. Αυτή παρήγγειλε ούρσους με πάγο και εγώ κονιάκ σε χαμηλό με ένα πάγο και ένα λεμονάκι.
«Μετά από κρασί κονιάκ;»
Της έκλεισα το μάτι χαμογελώντας. Ήθελα να το παίξω λίγο βαρύς αλλά μου είχε φύγει η κακή διάθεση. Ένιωθα πολύ καλύτερα τώρα. Μας έφεραν τα ποτά .
«Συγνώμη κοπελιά.» Φωναξα στην γκαρσόνα μολις εκανε να φυγει.
«Το παγάκι το βάλαμε κι έλιωσε.» Μου είπε αυτή πανω απο τον ωμο της.
«Δεν είναι αυτό , το λεμονάκι ξέχασες.» Μου πήρε το ποτήρι και μου το ξαναέφερε με μια φέτα λεμονάκι.
«Πως σου φάνηκαν τα παιδία.» Ρώτησε η Ειρήνη στραβωνοντας λιγο το κεφαλι. Οσο περνουσε η νυχτα γινοταν πιο ομορφη.
«Μια χαρά… Είναι αυτή η φάση όμως… Ξέρεις που γνωριστήκαμε με παράξενο τρόπο… Και νιώθω κάπως αμήχανα.»
Καθόμασταν δίπλα-δίπλα, έπαιζε κάτι ελαφρά ροκ και η ατμόσφαιρα δεν ήταν άσχημη. Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και ο καθένας ασχολιόταν με την παρέα του ή με τον δεσμό του.
«Γιατί βάζεις λεμόνι στο κονιάκ;»
«Δοκίμασε.» Την παρότρυνα. Πήρε το ποτήρι μου από το τραπέζι με χάρη. Ήπιε. Έγλειψε τα χείλι της. Της φάνηκε καλό. Πήραμε και δεύτερη γύρα. Κι αυτή δεν είχε πιει λίγο απόψε. Μιλούσαμε, γελούσαμε.
«Μένω με άλλες δυο φίλες μου.» Άρχισε να μου λέει. «Στο έχω πει, θυμάσαι».
«Ναι.»
«Η μια λείπει, έχει πάει να δει τον φίλο της και είναι το δωμάτιο της κενό…εντάξει…» Συνέχισε να λέει κάνοντας κύκλους το δείκτη της στα χείλι του ποτηριού « Μπορώ να κάτσω εγώ στο δωμάτιο της και εσύ να μείνεις στο δικό μου.» Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε .
«Εντάξει.» Απάντησα. Ήθελα να της χαϊδέψω τα μαλλιά, αλλά δε το έκανα . Η ιδέα να πάω σπίτι της ήταν καλή. Δε θα πλήρωνα ξενοδοχείο και κατ΄ επέκταση μπορεί να γαμηθούμε. Πλήρωσα όλα τα ποτά και ξεκινήσαμε για το σπίτι.
(Μέρος Τέταρτο) Το Φρεσκοκομμένο Σύκο
Βαδιζαμε στα ημινησιώτικα σκοτεινά σοκάκια. Είχαμε σοβαρέψει κάπως . Την ρώτησα αν έχει τίποτα να πιούμε στο σπίτι .
«Έχω μισό μπουκάλι σαμπούκα.» Ξίνισα
«Ας πάρουμε καμία μπύρα από το περίπτερο.»
Σταματήσαμε σε ένα περίπτερο που διανυκτέρευε και πήραμε 4 μπύρες. Ο περιπτεράς μας τις έβαλε μέσα σε μια σακουλίτσα. Φτάσαμε σπίτι, σχεδόν χωρίς να μιλάμε καθόλου. Άνοιξε την πόρτα και μου ήρθε μια μυρωδιά από αποξηραμένα αρωματικά φύλλα. Το δωμάτιο της φίλης που ήταν εκεί, είχε κλειστή πόρτα . Το σπίτι ήταν συμπαθητικό και έμοιαζε φοιτητικό. Πήγαμε στο δωμάτιο της . Πέταξα την τσάντα και κάθισα στο κρεβάτι ανοίγοντας μια μπύρα. Άναψα ένα τσιγάρο και την περίμενα να έρθει από την τουαλέτα. Στο δωμάτιο είχε ένα γραφείο με υπολογιστή μια ντουλάπα μπεζ και κάτι αφίσες ρομαντικές με γυναίκες να μυρίζουν τριαντάφυλλα .
Το κρεβάτι ήταν κολλητά σε μια μεγάλη τζαμαρία και από κάτω φαινόταν κάποια μάκρυνα φώτα, από πάνω τους το φεγγάρι και διάσπαρτα αστράκια. Έβγαλα τα παπούτσια και προσπαθούσα να δείξω άνετος. Ήρθε και κάθισε δίπλα. Της άνοιξα μια μπύρα, κάναμε ένα άτονο «Γεια μας» με τα τσίγκινα κουτάκια.
«Πως σου φαίνετε το δωμάτιο μου;»
«Καλό. Από εδώ μου μιλάς;» έδειξα το pc .
«Ναι.» Χαμογέλασε . Ήρθε η ώρα να κάνω κάποια κίνηση . Το θέμα είναι ότι ποτέ δε μπορείς να ξέρεις ποτέ είναι η κατάλληλη στιγμή για να κανείς την κίνηση. Η διαδικασία μοιάζει με ένα καρδιογράφημα. Υπάρχουν σημεία έξαρσης και σημεία καμπής. Αν κινηθείς εκείνη ακριβώς την στιγμή που βρίσκετε η επικοινωνία σας στο σημείο έξαρσης, όλα πάνε καλά. Αν την κανείς σε λάθος στιγμή μπορούν να καταστραφούν μια για πάντα. Βέβαια ποτέ δε ξέρεις πότε συμβαίνει τι. Οι στιγμές αλλάζουν πολύ γρήγορα, ίσως από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο. Εγώ σαν άντρας, είμαι πάντα έτοιμος. Αυτή, από την άλλη, οποία στιγμή και να το διαλέξει θα είμαι διαθέσιμος . Για αυτήν δεν ισχύει το ίδιο, την μια στιγμή ίσως θέλει και την επόμενη όχι. Ίσως όλα είναι προκαθορισμένα. Ίσως ακόμα ασυναίσθητα να διαλέγει τις στάσεις του σώματος που θα πάρει, έτσι ώστε να σου δώσει τα σημάδια για να προχωρήσεις ή να αποχωρίσεις . Τελικά το μόνο σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν υπάρχουν φόρμουλες και όλα είναι εντελώς αφημένα στην χαώδη τυχαιότητα.
«Τι σκέφτεσαι;»
«Τίποτα» Σήκωσα το χέρι μου και έκανα να της χαϊδέψω τα μαλλιά.
Δυσανασχέτησε και τραβήχτηκε. Ξανάφερα το χέρι μου πίσω. Έπιασα το τσιγάρο, τράβηξα μια τζούρα και ήπια μια μεγάλη γουλιά μπύρα.
«Λέων.» Είπε και πήρε μια σοβαρή έκφραση .
«Ξέρεις τα έχω με ένα παιδί. Τον λένε Γιάννη και είναι φαντάρος. Εντάξει ήθελα να γνωριστούμε. Μου αρέσει πολύ που μιλούσαμε από το ίντερνετ και νιώθω ότι με καταλαβαίνεις και ότι επικοινωνούμε. Όμως δεν θέλω να κάνω κάτι που θα το μετανιώσω αργότερα.» Κοιτούσε την αφίσα στο τοίχο. Συνέχισε. «Σου είπα να έρθεις εδώ, αλλά δε θέλω να το παρεξηγήσεις.» Έκανε μια παύση . Περίμενα .
Κοίταξε λίγο το δωμάτιο έφερε τα μάτια της πάνω μου και ύστερα τα γύρισε στην αφίσα και μετά στα χέρια της, στριφογυρνούσε την μπύρα μέσα στα δάχτυλα της.
«Μου άρεσε που βγήκαμε και περάσαμε ωραία. Εντάξει και επειδή σε κάλεσα να έρθεις να με βρεις και να γνωριστούμε...είναι καθήκον μου να σε φιλοξενήσω και να μην πληρώνεις ξενοδοχείο.» Έκανε ακόμα μια παύση. Περίμενα .
Πήγα να μιλήσω και παράλληλα πήγε να μιλήσει κι αυτή.
«Πες.» Tης είπα.
«Όχι, όχι πες μου εσύ.»
«Πες αυτό που ήθελες να πεις και μετά θα πω και εγώ.» Tης ξαναείπα.
«Έλα πες μου εσύ αφού άρχισες.» Επέμεινε.
«Κοιτά απλά ήθελα να πω ότι αν έχεις πρόβλημα θα φύγω δε με πειράζει.»
«Όχι ,όχι μη φύγεις ,απλά να ξέρεις ότι δε γίνετε να το προχωρήσουμε.»
«Κοίταξε δε πήγα να προχωρήσω τίποτα. Απλά ήθελα... τέλος πάντων.» Έχυσα λίγο ακομη μπύρα μέσα στο στόμα μου.
Τις ήξερα αυτές τις στιγμές. Δε θα έπρεπε να επιτεθώ τώρα και να πω άσχημα πράγματα για να την προσβάλω και ίσως να νιώσω ότι περνώ το αίμα μου πίσω. Προσπάθησα να αλλάξω συζήτηση. Άρχισα να μιλάω για λογοτεχνία αλλά δεν ήξερε πολλά. « Γράφω ένα διήγημα.» Tης είπα. Έκανε πως έδειχνε ενδιαφέρων. «Αυτή την περίοδο διαβάζω Ρώσους.»
Νομιζα ότι αν ήξερε περισσότερα για μένα θα έπρεπε να με ήθελε. Τελικά παράτησα και αυτήν την σκέψη. Πιάσαμε κανα-δυο αλλά θέματα περί ζωής αλλά δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε πολύ. Πρέπει να έδειχνα λίγο στραβωμένος, μιλούσα λίγο υπεροπτικά.
Σε κάποια φάση πήρε τις φόρμες της από την ντουλάπα πήγε στο διπλανό δωμάτιο που ήταν της φίλης που έλειπε, για να αλλάξει. Όταν γύρισε γονάτισε να βάλει ένα cd στο cd-player που ήταν στο πάτωμα και είδα ενα μικρο σημείο από το κόκκινο κιλοτάκι της . Γύρισε έτσι γονατιστή και με κοίταξε.
«Τι να βάλω;» Mε ρώτησε σχηματίζοντας μια έκφραση απορίας με το πρόσωπο της . Το κλίμα ήταν κάπως βαρύ και είχα ξενερώσει , η δεύτερη μπύρα τελείωνε.
«Ότι θέλεις.»
Έβαλε κάτι έντεχνα ελληνικά και ήρθε πάλι να κάτσει δίπλα μου με τις γκρι φόρμες της. Τεντώθηκε και τα στήθια της τεντώθηκα κι αυτά.
«Τι έχεις;» Mε ρώτησε.
«Τίποτα , μια χαρά είμαι.» Έκανα πως χαμογελάω.
«Βασικά να σου πω.» Άρχισε να λέει και ανοιγόκλεισε τις βλεφαρίδες της. «Σου έχω πει ότι έχω ένα πρόβλημα στη μέση;»
«Όχι.»
«Λοιπόν έχω ένα πρόβλημα στη μέση, και το κρεβάτι αυτό είναι ειδικό ανατομικό.. και μου είναι δύσκολο να κοιμηθώ σε άλλο κρεβάτι.»
«θέλεις να πάω εγώ μέσα;»
«Όχι. Εντάξει δε θέλω να λέει η συγκάτοικος ότι βάζω ξένους να κοιμηθούνε στο δωμάτιο της , είμαστε και λίγο μαλωμένες αυτήν την περίοδο. Απλά έλεγα ότι αν δεν σε πειράζει να κοιμόμουν κι εγώ εδώ. Εντάξει είναι μεγάλο.» Χαμογέλασε.
«Όχι τι να με πειράζει.»
Πήγα στην τουαλέτα έβγαλα το παντελόνι μου και έβαλα το μαγιό μου γιατί δεν είχα τίποτα άλλο. Γύρισα και έκανα την εμφάνιση μου. Με κορόιδεψε και μιλήσαμε λίγο ακόμα πριν αποφασίσουμε ότι ήταν ώρα να κοιμηθούμε. Εγώ ξάπλωσα από μέσα στο παράθυρο , αυτή σηκώθηκε να σβήσει τα φώτα.
«Την μουσική να την αφήσω;»
«Όπως θέλεις.»
«Μπορώ να το ρυθμίσω να κλείσει σε μίση ώρα»
«Εντάξει»
Έσβησε το φως και ήρθε να ξαπλώσει δίπλα μου, είχαμε γύρω στο ένα μέτρο απόσταση . Σκεπάστηκε με ένα σεντόνι και μου γύρισε την πλάτη.
Είχε αρκετή ζεστή και είχα βάλει το σεντόνι ανάμεσα στα ποδιά μου ξαπλωμένος ανάσκελα να κοιτάω έξω από το παράθυρο ψηλά τον ουρανό.
«Καληνύχτα.» Mου ευχήθηκε.
«Καληνύχτα»
Ίσως κάτι να είχε πάει λάθος . Ίσως έπρεπε να είχα κάνει κάποιες κινήσεις νωρίτερα στην ταβέρνα. Ας πούμε πριν έρθει η φίλη, αν μπορούσα εκεί να εδραιώσω την συγκατάβαση, θα πήγαιναν όλα καλύτερα σαν να κυλάς με ένα έλκηθρο σε μια χιονισμένη λεία πλάγια. Δεν ξέρω αν έκανα καλά που ήρθα μέχρι εδώ. Βέβαια δεν ήταν άσχημα, αλλά χάλασα αρκετά λεφτά και δε μου μένουν πολλά να πάω να βρω τους άλλους στο επόμενο νησί. Ίσως πρέπει να αρχίσω να ψάχνω για καμία δουλεία . Τίποτα γκαρσόνι και τέτοια . Αυτό το καλοκαίρι δεν έχει αρχίσει πολύ καλά. Από την άλλη μέχρι την ταβέρνα δεν τα πηγαίναμε άσχημα. Αυτή η καριόλα η φίλη κάποια στιγμή πρέπει να της είπε ότι δεν είναι σωστό να κάνει τίποτα γιατί έχει δεσμό και διάφορα τέτοια ηθικολογικά.
Είναι καλή θα ήθελα πολύ να την γαμάω τώρα. ίσως και αυτή θέλει . Καμία φορά νομίζω πως είμαι δειλός. Έχει και γκόμενο που είναι φαντάρος, είναι μαλακία η όλη κατάσταση.
Θα γυρίσω αύριο πίσω στον Ηλία. Θα πάρω το παπακι και θα πάω στη Δ* . Εδώ όλα πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά από το νετ είναι μαλακίες . Τι μπορούσα να περιμένω περισσότερο;
Τι δουλεία έχω εγώ με μια τέτοια γκόμενα; Η αλήθεια είναι ότι με ψιλοέπαιξε. Περίμενε-προκάλεσε και μετά μου είπε όλα αυτά για τους γκόμενους και τις σχέσεις και τα διάφορα . Δεν ξέρει τίποτα για μένα.
Άκουσα την ανάσα της έτσι που ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου. Δεν είχε τον ρυθμό από κάποιον που κοιμάται. Γύρισα μπρούμυτα σιγά-σιγά για να μην την ανησυχήσω . Το μαξιλάρι μύριζε ωραία . Κουνήθηκε και αυτή και βολεύτηκε καλύτερα. Η αναπνοή της ήταν κόφτη . Έκλεισα τα μάτια αλλά δεν ήμουν σε καμία περίπτωση έτοιμος να κοιμηθώ. Το αλκοόλ έρχεται συνεχεία γύρω-γύρω στα νεύρα του εγκέφαλου. Δεν βολευόμουν καλά. Ξαναγύρισα ανάσκελα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το cd player είχε σταματήσει αλλά από κάπου μακριά ακουγόταν αχνά η μουσική από κάποιο καλοκαιρινό κλαμπ. Τα μάτια μου είχαν πλέων συνηθίσει το σκοτάδι και έβλεπα καλύτερα το δωμάτιο. Από το δεξί φύλλο της ντουλάπας έλειπε το χερουλάκι ενώ δίπλα κρεμόταν σε ένα κρεμαστάρι η στολή της νοσοκόμας .
Η ανάσα της συνέχισε να είναι διακεκομμένη και ξαναβολεύτηκε. Κουνήθηκα και εγώ και την πλησίασα ελάχιστα. Δεν κοιμόταν . Γύρισα στα πλάγια προς το μέρος της και ξανακουνήθηκε . Κοίταξα τα μαλλιά της μέσα στο σκοτάδι. Σήκωσε το χέρι της και ξύθηκε στο πρόσωπο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, την κράτησε μέσα της και ξεφύσιξε αργά. Αποφάσισα να μιλήσω .
«Κοιμήθηκες;» Ρώτησε κάνοντας γλυκιά την φωνή μου σα τους βραδινούς εκφωνητές.
Δεν απάντησε. Περίμενα. Μετά από λίγο έκλεισα τα μάτια .
«Όχι.» Μου είπε τελικά. Παύση . «Εσύ;» Mε ρώτησε μετά από λίγο.
«Ούτε και εγώ.» Την πλησίασα λίγο ακόμη. Είχαμε μεγάλη απόσταση. Ακούμπησα το χέρι μου στα μαλλιά της και την χάιδεψα απαλά. Δεν αντέδρασε καθόλου. Πλησίασα λίγο ακόμα και συνέχισα να της χαϊδεύω τα μαλλιά. Έφερα το κεφάλι μου πιο μπροστά και τώρα μπορούσα να την μυρίσω. Την πλησίασα λίγο ακόμα και της χάιδεψα το χέρι μαζί με μαλλιά ψηλά στον ωμό. Δεν έκανε καμία κίνηση ούτε μια παραμικρή ελάχιστη κίνηση. Πλησίασα λίγο ακόμη και τελικά κόλλησα πάνω της. Πήρα μια βαθιά ανάσα μέσα στα μαλλιά της και συνέχισα να την χαϊδεύω.
Είχα καυλώσει. Τα γόνατα μου είχαν εφαρμόσει στα λυγισμένα δικά της . Της χάιδεψα λίγο την μέση. Πήγα να περάσω τα δάχτυλα μου ανάμεσα από το μπράτσο της και τα πλευρά της . Αλλά το έσφιξε και δε συνέχισα. Ξανάφερα το χάδι στα μαλλιά της ενώ είχα κολλήσει στο κώλο της . Την χάιδευα σιγά-σιγά τα μαλλιά και ξαναπήγα στα πλευρά. Αυτή τη φορά ήταν πιο χαλαρή και κατάφερα να περάσω το χέρι μου από μπροστά της. Της χάιδεψα λίγο την κοιλιά πάνω από το μπλουζάκι και την έσφιξα πιο πολύ επάνω μου. Κουνήθηκε κάπως. Πλησίασα το πρόσωπο μου στο γυρισμένο της κεφάλι και το έφερα δίπλα στο αυτί της. Πήρα μια ανάσα.
«Γιατί το κανείς αυτό;» Mε ρώτησε σιγανά.
Δε μίλησα και συνέχισα να της χαϊδεύω την κοιλιά. Πήγα να βάλω το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της και άγγιξα λίγο την σάρκα της κοντά στον αφαλό. Έσφιξε το χέρι της στα πλευρά.
«Μη.» Σιγοψιθύρισε αυστηρά. Την έσφιξα πιο πολύ και πήρα ακόμα μια ανάσα την μυρωδιά της .
«Μη σου λέω.» Έκανε δυνατότερα και μου πέταξε πίσω το χέρι .
Είχα καυλώσει πολύ. Απομακρύνθηκε λίγο και ξεκόλλησε από πάνω μου.
Παρατήρησα τη φιγούρα στο σκοτάδι. Έβαλα το χέρι μου απότομα μέσα από το λαστιχάκι της φόρμας της. Φορούσε στρίνκ. Πέρασα από την μέση του κώλου της και ακουμπησα με τα δάχτυλα μου το μουνάκι της. Είχε την υφή ενός φρεσκοκομμένου ανοιγμένου σύκου. Της ξεφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Την χάιδεψα ελαφρά. Έφερε το χέρι της πίσω και άρχισε να μου τον παίζει σιγα-σιγα . Ξαφνικά γύρισε όλο της το σώμα και με κοίταξε στα μάτια με απορια. Με φίλησε αγριεμένα.
«Την πουτάνα.» Σκέφτηκα .