Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Το τετραδιο.


Μου αρεσει να με αγγιζει αυτη. Παντα με αγγιζει εξωτερικα πριν με ανοιξει, για να της διηγηθω παλιες ιστοριες ή να βαλει μεσα μου καινουργιες.
Ειναι καλη.
Με κοκκινα ισια μαλλια μεχρι τους ώμους, λεπτα αγκαθωτα φρυδια, πορώδες μυτη και μαγουλα.
Δεν την εχω δει πολλες φορες να μιλαει αλλα οταν μιλαει στραβωνει το στομα προς τα δεξια.

Τα χερια της ειναι πολυ λευκα, οστεοδης και ασθενικα.
Με αγγιζει ελαφρα, καμια φορα νομιζω οτι με χαιδευει, δε ξερω σιγουρα.

Εγω παντα ειμαι μεσα σε ενα συρταρι απο ενα επιπλο.
Ωραιο επιπλο, βαρυ, κερασια. Μυριζει ομορφα.
Καμια φορα κανει και 2 βδομαδες να με σκεφτει.

Εχω και ενα φιλο. Το στυλο. Ειναι ενας φτηνος στυλος. Αν ξερατε ποσο ανοητα ειναι τα στυλο... Τιποτα δε κανει. Απλα γραφει. Δε μιλαμε. Μπορει και να μη ξερει να μιλαει.
Μονο να γραφει ξερει και ειναι και πλαστικο.

Πρεπει να παραδεχτω οτι τα φυλλα μου ειναι παλια.
Με ειχε αγορασει πριν 2 χρονια απο ενα βιβλιοπωλειο. Ημουν ενα φτηνο τετραδιο.
Τωρα ειμαι ακριβο για αυτην, εχω τοσα μεσα μου δικα της. Σχεδόν οι μισες σελιδες μου ειναι γεματες. Γεματες απο τα μικρα καλλιγραφικά της γραμματακια.

Μα για αλλο λογο θελησα να πω αυτη την ιστορια. Ειναι πικρο αλλα πρεπει να το πω.
Αυτα που γραφει ειναι γελοια. Γραφει κατι ψευτοποιηματα. Με ολο κατι καρδιες που ματωνουν, φεγγαρια που κλαινε, και τραυματισμενους μονοκερους. Υστερα καθεται και χαμογελα νομιζοντας οτι επειδη τα εχει σε μορφη τετραστιχων ειναι ποιηση.
Ποσο αθωα.

Προχθες για πρωτη φορα τα ειχε δειξει και σε καποιον αλλον. Ηταν ενας τυπος. Του διαβασε 4-5. Αυτος της ειπε οτι ειναι εκπληκτικα και μετα γαμιοντουσαν.

Σημερα μου φερθηκε βαναυσα. Ηρθε και με γραπωσε με δυναμη και μανια μεσα απο το συρταρι. Με ανοιξε και αρχισε να με βρεχει με τα δακρυα της. Υστερα μου εσκιζε τις σελιδες. 3-3 5-5. Εγινα χιλια κομματια.

Τωρα αργοπεθαινω μεσα σε ενα καδο σκουπιδιων. Ξερω το μελλον μου.
Το ηξερα απο την αρχη.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Η Νεραποστολή


"Παπαρια. Χαλασε η δουλεια." Μονολογουσε ο Μαυρος. Καθοντουσαν οι δυο τους εξω απο την αποθηκη τους, φτιαγμενη με λαμαρινες. 38 βαθμους θερμοκρασία. Ιδρωναν. Το βραδυ θα εφτανε τους μείον 2.
"Ενα βαρελι ολοκληρο θα επερνα και το χανω για τις μαλακιες των αλλων. Φοβιτσιαριδες.
Μαλακισμενα. Μονο για καμια εικονοκλοπη ειναι οι μαλακες. Φτωχομπινεδες."

Ο Τσαο καθοταν διπλα του πανω σε ενα πισι ταουερ που το ειχε κανει σκαμπουδακι.
Ειχε βαλει μια νεα βαφη μαλλιων. Του την εχει φερει η αδερφη του που εμενε στη πολη και ειχε κλιαρενς. Νεα μοδα αυτη. Που τις βρισκουνε ρε... Καθε μερα στις 8 το πρωι το μαλλι του αλλαζε χρωμα. Χρωμα εκπληξη. Τωρα ηταν πορτοκαλι. Κοιτουσε στον ουρανο και καπνιζε την ηλεκτρονικη πιπα του με οπιο.

"Ρε μαλακα σχιστοματη. Πες κατι. Κανε κατι γαμω τη πουτανα μου."
"Τι να κανω ρε μαλακα μαυρε; Γαμησε με." Πηρε μια ρουφηξιά.

Ο μαυρος εβλεπε απεναντι τον κοκκινο θολο της θεσσαλονικης. Εβγαλε ενα πλαστικο μπουκαλακι και εριξε μεσα στο στομα του 2 υδροκουμπια. Περασε το παπουτσι του στην χαρακωμενη ερημη γη. Κοιταξε τον ουρανο. Εδω και δεκα χρονια ηταν παντα απογευμα.

"Γαμω το βιοσεντονι το μπουρδελο." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο ειχε μπει στο κοσμο του.
"Ρε μαλακα Τσαο. 10 Χρονια εχουμε να δουμε ηλιο. Πες κατι ρε."
"Στ 'αρχιδια μου."

Ειδαν σκονη στο χωματοδρομο.
"Οπα ο Ιωσηφ ειναι." Ειπε ο Μαυρος. Ο Τσαο κοιταξε αδιαφορα.
Εφτασε ενα παλιο φορτηγακι και φρεναρε διπλα στην αποθηκη τους. Φορουσε μια λαδι βερμουδα. Χοντρες αντι-ραδιενεργες μποτες με εξτρα ασημενια λουρια. Και ενα δημοσιογραφικο γιλεκακι. Απο μεσα γυμνος. Το σωμα του ζαρωμενο. Οπως ολων. Τα μαλλια του ηταν κοντα και δεξια στα πλαγια ξυρισμενα. Ειχε περασει μια μικρη ιντελοπλακα. Οτι και να κανε ομως βλακας ηταν. Το προσωπο του ηταν σπυριασμενο.

"Ξεκολατε παρταλια." Ειπε καθως κατεβαινε.
"Τι εγινε ρε Τζοζεφ;"
"Ηρθα να σας φτιαξω ρε."
"Για πες."
"Νεραποστολή. Σε 1 ωρα. Στο 15β."
"Στανταρ;"
"Ε ναι σου λεω."
"Απο που το μαθες." Ρωτησε καχυποπτα ο Μαυρος.
"Ασε τωρα... Στανταρ σου λεω."
Το στομα του Μαυρου μονο με την ιδεα του νερου μουδιασε λες και ειχε φαει λεμονι.
Ειχε να πιει αληθινο νερο εδω και 7 μηνες.
"Για ποσα βαρελια μιλαμε;"
"Πολλα ξερω γω. 10-15."
"Μαλιστα... Ενταξει τι καθομαστε ξεκιναμε. Ελα Τσαο παμε. Πηγαινε φερε τα σιδερα και 3 παραλαιζ." Τον προσταξε ο μαυρος.
"Θα πρεπει να σκοτωσουμε;" Ρωτησε ο Τσαο σχεδων με αφελεια.